Στιμορολ

(Για τις ιδέες τους και για τις διορθώσεις επί αυτού του κειμένου, ευχαριστώ πολύ τη Δανάη, την Ελένη και το Φοίβο.)

Το πρόσφατο χτύπημα στο σατιρικό περιοδικό Charlie Hebdo ακολούθησε μια χιονοστιβάδα λόγων από κάθε πολιτική μπάντα, οι οποίοι ανταποκρινόταν σε μία διπλή, διάχυτη και προς πάσα κατεύθυνση απαίτηση: Να υπάρξουν συγκεκριμένες απαντήσεις για το τι θέση έχει η καθεμία και ο καθένας, απέναντι αφ’ ενός στα σατιρικά σκίτσα της εφημερίδας και αφ’ ετέρου στην ίδια την επίθεση. Το πεδίο του λόγου, το αντικείμενο της δημόσιας συζήτησης ορίστηκε αυτονόητα από τις δύο παραπάνω ερωτήσεις, όπως προδίδει όλο το φάσμα αναλύσεων από την ακροδεξιά μέχρι το κέντρο και από εκεί ως την ευρύτερη αριστερά και ακροαριστερά. Το κείμενο αυτό έχει σαν αναφορά λόγους που προήλθαν από τον τελευταίο χώρο και αποτελεί μια απόπειρα κριτικής τόσο στα προβληματικά τους στοιχεία, όσο και στην ευκολία και την έλλειψη αναστοχασμού με τις οποίες οι συγγραφείς τους επέλεξαν να μπουν στην παραπάνω συζήτηση.

Θέση πρώτη: «Οι μουσουλμάνοι μετανάστες στη δύση, βιώνοντας έναν ολοκληρωτικό κοινωνικό αποκλεισμό, βρίσκουν νόημα στη θρησκευτική πίστη» ή/και «Η ισλαμική τρομοκρατία είναι αποτέλεσμα των δυτικών πολέμων και της δυτικής καταπίεσης και ισλαμοφοβίας».[1],[2],[3],[4],[5]

Η αφήγηση που θέλει τη θρησκευτική πίστη ή και χτυπήματα σαν αυτό στο Charlie Hebdo να είναι ντετερμινιστικό αποτέλεσμα ενός ή περισσότερων, εξωτερικών των υποκειμένων παραγόντων είναι προβληματική για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί δεν είναι συνεπής ούτε με την πράξη (αν το αίτιο της πίστης ήταν ο αποκλεισμός, τότε όλοι οι αποκλεισμένοι θα ήταν θρησκευόμενοι και αν το αίτιο αυτών των χτυπημάτων ήταν η δυτική καταπίεση, τότε όλοι οι μουσουλμάνοι της Ευρώπης θα προέβαιναν σε τέτοιου είδους χτυπήματα, πράγματα που προφανώς δεν συμβαίνουν), ούτε με την πρωτοπρόσωπη εμπειρία και τον λόγο των μειονοτικών υποκειμένων (το Συμβούλιο Μουσουλμανικής Πίστης και η Ομοσπονδία Ισλαμικών Οργανώσεων της Γαλλίας, οι δύο πολυπληθέστερες ενώσεις μουσουλμάνων στη χώρα, αλλά και οι μεγαλύτερες ισλαμικές οργανώσεις ανά τον κόσμο καταδίκασαν κατηγορηματικά την επίθεση). Δεύτερον, γιατί υποβιβάζει το δρων πολιτικό υποκείμενο σε μια βρεφική κατάσταση, όπου χαρακτηρίζεται μόνο από αντανακλαστικές αντιδράσεις που παρακάμπτουν το πεδίο της συνείδησης και της επιλογής, αφού του αφαιρεί a priori τη δυνατότητα αυτόνομης πολιτικής συγκρότησης και δράσης. Μετακυλίοντας τους λόγους που το υποκείμενο αυτό κάνει ό,τι κάνει σε εξωτερικούς παράγοντες, ικανούς να καθορίσουν τη ζωή του εξ’ ολοκλήρου και κατά έναν προκαθορισμένο τρόπο, ελαχιστοποιεί την πολιτική του υπόσταση σε ένα μονοδιάστατο, ετεροκαθορισμένο αποτέλεσμα καταπίεσης. Στερείται από το υποκείμενο, δηλαδή, οποιαδήποτε δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού μέσα από τη μείωσή του σε ένα στερεότυπο – πολυκαιρισμένο και ευρεία χρησιμοποιημένο όχημα ρατσισμού. Είναι ακόμα αξιοσημείωτο ότι θέσεις όπως αυτή, όταν εκφράζονται από δυτικούς θεωρητικούς επαΐοντες, αφορούν πάντα σε υποκείμενα που βρίσκονται γεωγραφικά ή πολιτισμικά μακριά τους και σε κάθε περίπτωση όχι στο άμεσο πολιτικό τους περιβάλλον. Δεν είναι και πολύ παράδοξο κάτι τέτοιο, αρκεί να φανταστούμε την αμηχανία που θα προκαλούσε η κατά πρόσωπο δήλωση ενός ανθρώπου σε έναν άλλον ότι «τώρα που συνέβη το τάδε, εσύ θα γίνεις ή θα λες το δείνα». Η υποτίμηση σε κάτι λιγότερο από μια συνειδητή πολιτική οντότητα που ενέχει αυτή η πρόταση είναι δυνατόν να γίνει μόνο ερήμην του υποκειμένου που τη δέχεται, ειδικά εντός, τουλάχιστον κατ’ όνομα, ριζοσπαστικών πολιτικών διαδικασιών.

Θέλω να κάνω εδώ μία επί της (μεθοδολογικής) αρχής σημείωση. Πριν αρχίσει κανείς να αναλύει οποιοδήποτε πολιτικό γεγονός, προϋποτίθεται να έχει επιλέξει, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, ανάμεσα σε δύο αναλυτικές μεθόδους: Είτε να μελετήσει το εκάστοτε γεγονός ως εξωτερικός παρατηρητής που προσιδιάζει σε φυσικό επιστήμονα, χωρίς δηλαδή να προσπαθεί να κοιτάξει μέσα από τα μάτια των εμπλεκόμενων υποκειμένων και χωρίς να προσδίδει κάποια σημασία στο βίωμά τους, είτε να εκκινήσει ακριβώς από αυτά. Να διαλέξει δηλαδή το ποιά θα είναι η αναλυτική του μονάδα, ανάμεσα στα δεδομένα και στα φαινόμενα. Επειδή δεν υπάρχουν ακριβώς καλοί λόγοι να πιστέψουμε ότι η μία ή η άλλη μέθοδος μας φέρνουν πιο κοντά σε μια πανανθρώπινη αλήθεια (συμπέρασμα για το οποίο δεν έχω το χώρο να επιχειρηματολογήσω σε αυτό το κείμενο), το μοναδικό κριτήριο που φαίνεται να απομένει στην αναλύτρια είναι οι χρήσεις και τα αποτελέσματα κάθε μεθόδου, ή αλλιώς οι πολιτικές μορφές ζωής τις οποίες υποδαυλίζει κάθε μέθοδος. Δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να επιχειρηματολογήσει επί της αρχής για την επιλογή της δεύτερης, θα δώσω όμως τη μελέτη του ελληνικού φασισμού ως ένα δεύτερο παράδειγμα από το χωροχρονικό μας πλαίσιο, χαρακτηριστικό νομίζω του τι σημαίνει να παίρνεις τοις μετρητοίς ή όχι όσα λένε αυτοί στους οποίους αναφέρεσαι. Αν μελετήσει κανείς τους έλληνες φασίστες επιλέγοντας να ψάξει εξωτερικές συσχετίσεις και όχι μαρτυρίες φασιστών, θα καταλήξει μάλλον στο συμπέρασμα ότι ο ελληνικός φασισμός είναι γραμμικό αποτέλεσμα του μνημονίου και της οικονομικής κρίσης. Στην αντίθετη περίπτωση, θα δει μάλλον μια σταθερή ιδεολογική κλιμάκωση του εθνικισμού, η οποία φτάνει στο απόγειό της μέσω της θεσμικής της έκφρασης με την ευκαιρία της κρίσης. Σίγουρα, οι πολιτικές μορφές ζωής στις οποίες κλείνει το μάτι το δεύτερο συμπέρασμα είναι, σε εμένα τουλάχιστον, πολύ πιο φίλιες και οικείες. Τέλος, θέλω να σημειώσω πως η συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και η παραπάνω του ισλαμικού φονταμενταλισμού, δεν αναφέρονται ως επιχειρήματα-παραδείγματα για την εξάλειψη της μελέτης κάθε εξωτερικής του υποκειμένου συνθήκης όταν συμβαίνει ένα γεγονός· θα ήταν εξάλλου εθελοτυφλία να ισχυριζόμαστε πως η δυτική επέμβαση στη Μέση Ανατολή δεν αναδιάρθρωσε με κανένα τρόπο τους εκεί εθνικισμούς, ή πως η κρίση δεν επαναπρογραμμάτισε τον ελληνικό φασισμό, έστω αλλάζοντας το προσωπείο του. Εκείνο που λέω είναι ότι για να βρούμε τον συγκεκριμένο ρόλο (εν αντιθέσει με το να τα αναγάγουμε σε ένα παντοδύναμο αίτιο) των παραπάνω και άλλων παραπλήσιων γεγονότων μέσα σε ένα πολύπλοκο και πολυμετάβλητο σύστημα κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων, θα πρέπει να κάνουμε την επίπονη δουλειά του να ακούσουμε τι λένε αυτές και αυτοί, τις οποίες και τους οποίους αφορά περισσότερο. Για να μην αθωώνουμε τους εχθρούς μας, και για να καταλαβαίνουμε καλύτερα τις (δυνάμει) φίλες μας.

Θέση δεύτερη: «Οι σκιτσογράφοι του Charlie Hebdo σατιρίζουν με τον ίδιο τρόπο κάθε θρησκευτικό μηχανισμό εξουσίας. Η επίθεση εναντίον τους είναι μια επίθεση ενάντια στην ελευθερία του λόγου και της σκέψης, συνεπώς δεν μπορούμε παρά να ταυτιζόμαστε μαζί τους».[6],[7],[8],[9]

Πριν από κάποια χρόνια, το QVzine είχε γράψει ένα εξαιρετικό κείμενο-κριτική [10] στην παράσταση της χορευτικής ομάδας DV8 με θέμα «Μπορούμε να μιλήσουμε για αυτά;». Συνοπτικά, το QV μας έλεγε πως αυτό που έκανε η παράσταση ήταν το να διαμορφώνει δύο ασύμμετρα σύνολα, τη Δύση, της οποίας η ουσία είναι η κοσμικότητα, η ανεξιθρησκία και ο σεβασμός στη διαφορά, και το Ισλάμ, του οποίου η ουσία είναι ο σκοταδισμός, η κουλτούρα πολέμου και η εξόντωση του Άλλου. Μέσα από αυτή τη διχοτόμηση, οι DV8 στην ουσία ισχυρίζονταν ότι οι μουσουλμάνοι φέρνουν τη θρησκεία, τη μη ανεκτικότητα και την ανισότητα στο τραπέζι και τσουβάλιαζαν χονδροειδώς όλα τα κακά του κόσμου ως γραμμικό αποτέλεσμα της διδασκαλίας του Ισλάμ. Ταυτόχρονα αθώωναν την κατ’ αυτούς μία και ενιαία Δύση (η οποία στην πραγματικότητα περιλαμβάνει λευκούς ακροδεξιούς ρατσιστές, παπάδες, αφεντικά, όσο και γυναίκες-θύματα της πατριαρχίας, φεμινιστικά, εργατικά και αντιρατσιστικά κινήματα) τοποθετώντας τα εγκλήματά της στο παρελθόν ή προσπαθώντας να τα καταστήσουν αόρατα μέσω της μη αναγνώρισης και αναφοράς τους. Το QV ανέφερε στο πλαίσιο αυτό και τις αντιδράσεις που ακολούθησαν μετά τη δημοσίευση των γελοιογραφιών που απεικόνιζαν τον Μωάμεθ στη δανέζικη εφημερίδα Jyllands-Posten το 2005: Οι μουσουλμάνοι πιστοί που αντέδρασαν με οργή ταυτίστηκαν αμέσως με επίδοξους δολοφόνους και τα όσα είπαν με άμεσες απειλές κατά της ζωής των εκδοτών, ενώ η κίνηση της εφημερίδας απλώς έκανε πράξη το δικαίωμα στην κριτική που ακολουθείται από τη συνθήκη ζωής σε μια κοινωνία ελευθερίας. Δύο χρόνια νωρίτερα βέβαια, η ίδια εφημερίδα είχε αρνηθεί να δημοσιεύσει αντίστοιχα σκίτσα που απεικόνιζαν τον Ιησού, γράφοντας ότι τα σκίτσα αυτά «δε θα ήταν αντικείμενο απόλαυσης» από τους αναγνώστες της, αντίθετα θα προκαλούσαν «δημόσια κατακραυγή». Για ακόμα μια φορά λοιπόν, όπως και στην παράσταση των DV8, η ρατσιστική αφήγηση θέλει τον σεβασμό στα θρησκευτικά αισθήματα των χριστιανών είναι μέρος του κοσμοπολιτισμού και του σεβασμού στη διαφορετικότητα που αυτός συνεπάγεται, ενώ ο σεβασμός στα αντίστοιχα αισθήματα των μουσουλμάνων απειλεί συνεχώς να υποσκάψει τα δύο παραπάνω νοήματα.

Ενώ όσα γράφει το QV είναι σωστά, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτούσια σαν αναλυτικά εργαλεία στην περίπτωση του Charlie Hebdo για όποια και όποιον συμφωνεί με σημαντικό μέρος αριστερών λόγων της επικαιρότητας. Το επιχείρημα των συγγραφέων αυτών των λόγων είναι συνοπτικά το εξής: Το Charlie Hebdo, σε αντίθεση με τους DV8 και την Jyllands-Posten κινητοποιεί, λόγω της στάσης του, όλα αυτά τα ενοχλητικά αλλά σε κάθε περίπτωση υποθετικά «κι αν δεν…;» των προηγούμενων συζητήσεων. Το Charlie Hebdo δεν ομογενοποιεί τη δύση· την κατακερματίζει και τοποθετείται συγκεκριμένα για τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της. Δεν ταυτίζει τον δυτικό πολιτισμό και τη χριστιανική του διάσταση με την εκκοσμίκευση και την ανοχή στη διαφορά· ασκεί σφόδρα κριτική μεταξύ άλλων στη χριστιανική πίστη και στη μεταναστευτική πολιτική της Γαλλίας. Αντίστροφα, οι αδερφοί Κουασί δεν είναι δυνάμει δολοφόνοι των συντακτών του· είναι δολοφόνοι των συντακτών του. Το επιχείρημα αυτό θα πρέπει να έφερε όσες και όσους εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι υπάρχει κάτι που πάει πολύ στραβά με το Charlie Hebdo σε μεγάλη αμηχανία, και αυτό γιατί πρόκειται – υποτίθεται – για μία από τις απευκταίες εκείνες περιπτώσεις όπου ο «αντίπαλος» έχει αποφύγει τα «λάθη» που θα προδώσουν την πολιτική του στάση και λειτουργία με κραυγαλέο και άρα εύκολο να καταδειχθεί τρόπο. Αυτός θεωρώ πως είναι ο κυριότερος παράγοντας πίσω από το ότι οι διαφωνούντες με την παραπάνω γραμμή λόγοι περιορίζονται σε ασαφείς, αξιωματικούς και μη πειστικούς ισχυρισμούς όταν λένε πως το Charlie Hebdo έβριθε ισλαμοφοβίας. Πρόκειται άραγε για ένα ιδιότυπο κάλεσμα να βαθύνουμε τα ήδη υπάρχοντα επιχειρήματά μας ή να χρησιμοποιήσουμε εν προκειμένω καινούρια για να εξηγήσουμε το γιατί «δεν είμαστε Charlie»; Παρακάτω θα προσπαθήσω να δείξω πως αφ’ ενός οι αθωωτές του περιοδικού έχουν τουλάχιστον κακή γνώση και ανεπαρκή πρόσληψη των σκίτσων του αν όχι κακή πρόθεση και αφ’ ετέρου πως ακόμα και αν τα πράγματα δεν ήταν έτσι, ακόμα κι αν είχαν δίκιο σε όσα λένε για τις δημοσιεύσεις του περιοδικού, οι τελευταίες θα εξακολουθούσαν να έχουν αμιγώς ισλαμοφοβική λειτουργία.

Ας δούμε λοιπόν από πιο κοντά και πιο συγκεκριμένα τη «συμμετρική σάτιρα» του Charlie Hebdo. Όσον αφορά στο χριστιανικό της σκέλος, όσα απεικονίζονταν σατιρικά ήταν ο Θεός ο ίδιος, ο Ιησούς, το άγιο πνεύμα, ο Πάπας και κάποιος τυπικός κατά το περιοδικό εκπρόσωπος του κλήρου. Από την άλλη και αναφορικά με το Ισλάμ, απεικονίζονταν πέρα από τον Μωάμεθ και ενίοτε κάποιους θρησκευτικούς ηγέτες και οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι πιστοί. Αναφέρω ενδεικτικά τρεις τέτοιες γελοιογραφίες: Η πρώτη απεικόνιζε γυναίκες με μαντίλες γονατισμένες, με τους κώλους τους ακάλυπτους καθώς προσκυνούσαν, ενώ η σχετική λεζάντα, αποτελούμενη από ένα λογοπαίγνιο τρομερής έμπνευσης, τις χαρακτήριζε «πουτάνες». Η δεύτερη, έναν μουσουλμάνο να κοιτάει έναν άλλον, ο οποίος με τη σειρά του κοιτούσε μια σεξεργάτρια και του έλεγε: «Έι αδερφέ, γιατί να πληρώσεις 40 ευρώ για ένα γαμήσι ενώ μπορείς να αγοράσεις μια γυναίκα στην ίδια τιμή;». Η τρίτη, έναν μουσουλμάνο να βγάζει το μάτι μιας γυναίκας και να της το φιλάει, δηλώνοντας ότι «Ένα φιλί είναι πάντα ένα φιλί». Σε αυτό το μοτίβο κινούνταν το σύνολο της απεικόνισης του τι σημαίνει να ζεις σαν μουσουλμάνος που διάλεξε να κάνει το περιοδικό, στις σελίδες του οποίου καμία μουσουλμάνα και κανένας μουσουλμάνος δεν ζωγραφίστηκε ποτέ σαν ριζοσπαστικό υποκείμενο ή τουλάχιστον σαν μη αντικείμενο χλεύης. Αυτή η επιλογή, πέρα από το ότι διαγράφει τα συνεχή, πολυπληθή και ριζοσπαστικά κινήματα ανθρώπινων και ταξικών δικαιωμάτων στον αραβικό κόσμο, πληροί και τις προϋποθέσεις οποιασδήποτε ρατσιστικής στρατηγικής: Το υποκείμενο που στοχοποιείται υπάρχει στην εκάστοτε αφήγηση μόνο μέσω της μίας και μόνης στερεοτυπικής του ιδιότητας· εν προκειμένω της μουσουλμανότητάς του. Όποιος έχει την ταυτότητα του μουσουλμάνου, μας λέει το Charlie Hebdo, είναι απαραίτητα οπισθοδρομικός και δεν έχει καμία δυνατότητα να διαφύγει της βαθιά σκοταδιστικής ψυχοδομής που ουσιοκρατικά αυτή συνεπάγεται. Όχι οι μουλάδες, όχι οι ιμάμηδες, όχι ο χαλίφης, πληθυσμοί εκατομμυρίων ανά την υδρόγειο συμπυκνώνονται στη φιγούρα του δολοφόνου, του βιαστή ή του απλώς ηλίθιου. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τους χριστιανούς, αφού για αυτούς είναι πάντα ανοιχτή η πόρτα διαφυγής από τον θρησκευτικό μηχανισμό. «Ποιό λόγο έχουμε», φαντάζομαι ότι θα σκέφτηκαν στο Charlie Hebdo, «να αποδώσουμε μια φιγούρα χριστιανού ως καθ’ εαυτήν εγκληματική; Στην τελική, για αυτόν υπάρχει πάντα η ελπίδα υπέρβασης της χριστιανότητάς του!», σκέψη βγαλμένη κατευθείαν από τους χειρότερους εφιάλτες του Έντουαρντ Σαΐντ.

Με την ευκαιρία της συζήτησης όμως, ας εξετάσουμε και την περίπτωση τα πράγματα να μην ήταν έτσι. Ας υποθέσουμε ότι η γνώση του Στεφάν Σαρμπονιέ για την πολιτική ιστορία του Ισλάμ δεν περιοριζόταν στον Αλαντίν και ότι το Charlie Hebdo ήταν ένα περιοδικό το οποίο σατίριζε απλώς τον Μωάμεθ με τον ίδιο τρόπο που σατίριζε το Θεό, και τους ιμάμηδες με τον ίδιο τρόπο που σατίριζε τους παπάδες. Έχω τη γνώμη ότι και τότε θα ήταν τόσο ένοχο ισλαμοφοβίας όσο και τώρα, και συνδέω αυτή τη γνώμη με την πεποίθηση ότι η αφαιρετική ορθότητα μιας σκέψης ενάντια στην εξουσία εν κενώ δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει πολιτικά την εκφορά αυτής της σκέψης στο δημόσιο πεδίο. Αυτό συμβαίνει γιατί ακριβώς η συνθήκη εν κενώ δεν υπάρχει ποτέ, γιατί το πολιτικό και δημόσιο δεν είναι πλατωνικά σύμπαντα ιδεών, αλλά πεδία που διατρέχονται από πολλαπλές και αλληλοσυγκρουόμενες πρακτικές και εν πολλοίς μονόδρομες ροές εξουσίας, οι οποίες εξυπηρετούνται ή όχι από σχετικούς με αυτές λόγους. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τα παραπάνω με ένα σχετικά αφόρτιστο πολιτικά παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι συναντιέμαι με μία φίλη μετά από καιρό, με σκοπό να πούμε τα νέα μας. Ας υποθέσουμε ακόμα ότι καθόμαστε σε ένα καφέ, και ότι τυχαίνει ο καναπές που αυτή κάθεται να είναι κόκκινος. Η αλήθεια της πρότασης «ο καναπές που κάθεσαι είναι κόκκινος» δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει το να την επαναλάβω εκατό φορές επί δύο ώρες χωρίς να πω τίποτα άλλο. Μια τέτοια συμπεριφορά θα κάνει τη φίλη μου να νιώσει άβολα, θα την κουράσει, θα είναι παντελώς αντίθετη στο σκοπό της συνάντησής μας. Κατά τον ίδιο τρόπο, στο πλαίσιο της γαλλικής κοινωνίας και της ευρωπαϊκής ηπείρου, η εν κενώ ορθότητα της σκέψης ότι όλες οι θρησκείες δεν είναι γενικά και πολύ καλή φάση, δεν κάνει την κριτική σε αυτές να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο εξίσου. Σε μία χώρα όπου οι ισλαμοφοβικές επιθέσεις έχουν πάρει την ανιούσα με ρυθμό αύξησης περίπου 10% κάθε χρόνο (αναφέρω ενδεικτικά ένα νούμερο από τα πολλά που κυκλοφόρησαν αυτές τις μέρες), όπου το κόμμα της ακροδεξιάς Λε Πεν μεσουρανεί και κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος, τι ακριβώς εξυπηρετεί και πώς λειτουργεί ο εξευτελισμός του Μωάμεθ μέσω ενός σατιρικού περιοδικού που γράφεται από και απευθύνεται σε λευκά υποκείμενα πέραν του να είναι λάδι στη μηχανή των νεοναζί και κάθε ρατσιστικού μορφώματος; Ποιά εξουσιαστική σχέση εξυπηρετεί πέραν αυτής που υπάρχει ασύμμετρα μεταξύ ενός χριστιανού και ενός μουσουλμάνου; Αυτά τα σημεία διερώτησης θεωρώ πως είναι πιο αρμόδια για να ένα ανταγωνιστικό κίνημα, τουλάχιστον σε σχέση με την αξιολόγηση των ιδεών εν κενώ.

Καταλήγοντας αυτή την ενότητα, θα ήθελα να θυμίσω ξανά ότι πρόκειται για την υποθετική και καλύτερη δυνατή περίπτωση της λειτουργίας του Charlie Hebdo, και όχι αυτό το οποίο έκανε στην πραγματικότητα. Θα ήθελα ακόμα να παραθέσω ένα κομμάτι της τελευταίας παραγράφου του κειμένου του QV, που αγγίζει ακροθιγώς το ζήτημα επί της αρχής:

«Κλείνοντας, αναρωτιόμαστε τι συμβαίνει τελικά και τι σηματοδοτείται όταν αυτή η παράσταση ανεβαίνει στην Αθήνα στη συγκεκριμένη συγκυρία που χαρακτηρίζεται από την οικονομική κρίση, τον αυξανόμενο ρατσισμό, την άνοδο της ακροδεξιάς, την ακλόνητη ομοφοβία και τον ριζωμένο σεξισμό. Να θυμηθούμε σε αυτό το σημείο ότι το ελληνικό κράτος είναι πολιτικά συνδεδεμένο με το δόγμα του ορθόδοξου χριστιανισμού, ότι στην Αθήνα (πρωτεύουσα του κράτους) δεν υπάρχει επίσημος χώρος λατρείας για τους μουσουλμάνους πολίτες και ότι άτυποι χώροι λατρείας δέχονται συχνά εμπρηστικές επιθέσεις από ακροδεξιές ομάδες (…) δεν ανήκουν σε καμία μακρινή ή από τα ‘έξω’ θρησκευτική κοινότητα.»

Θέση τρίτη: «Τα σκίτσα του Charlie Hebdo είναι ακόμα μία έκφραση δυτικής ισλαμοφοβίας. Η επίθεση εναντίον των σκιτσογράφων του είναι, σε κάθε περίπτωση, πράξη εμπρόθετης ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Δεν έχουμε παρά να τα καταδικάσουμε αμφότερα και να είμαστε σε επιφυλακή για το επικείμενο κύμα ισλαμοφοβίας».[11],[12],[13],[14],[15],[16],[17],[18],[19],[20],[21]

Στο πνεύμα του κλεισίματος της προηγούμενης ενότητας, θα ήθελα να προτείνω τη θέση πως οι αναλύσεις που διαβάσαμε έχουν ένα κυριότερο πρόβλημα κεντρικότερο από τα παραπάνω, και πως το πρόβλημα αυτό είναι η έλλειψη αναστοχασμού πάνω στη συζήτηση που επέλεξαν οι συγγραφείς τους να κάνουν και αυτά για τα οποία ένιωσαν την ανάγκη να πάρουν θέση. Είναι αρχικά νομίζω προφανές ότι με οποιουσδήποτε όρους και αν διεξάγεται ένας διάλογος, οσοδήποτε δημόσιος και αν είναι, δεν μπορεί ποτέ να συμπεριλάβει όλες τις δυνατές θεματικές. Από μια ιδιωτική συζήτηση μέχρι μια συνέλευση στο Γκίνη και μια συνεδρία στη βουλή, πρέπει πρώτα απ’ όλα οι συμμετέχοντες να επιλέξουν το τι θα συζητήσουν και έπειτα με ποιό συγκεκριμένο σκοπό θα το κάνουν. Αυτή η διαδικασία επιλογής είναι αναπόδραστα πολιτική, αφ’ ενός λόγω του ότι αποκλείει κάποια θέματα και συμπεριλαμβάνει κάποια άλλα και αφ’ ετέρου επειδή όσα θέματα συζητούνται δημόσια θεωρούνται τα μόνα πολιτικά. Στη συγκεκριμένη λοιπόν περίπτωση επιλέχθηκε (;) να συζητηθεί η επίθεση στο Charlie Hebdo, και πιο συγκεκριμένα με σκοπό να παρθεί μια θέση για αυτήν. Αυτό που με προβληματίζει, ελλείψει συζήτησης πάνω στην επιλογή αυτή και ως άτομο συμμετέχον στο ανταγωνιστικό κίνημα, είναι το αν αυτό το γεγονός είναι κάτι που ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη ζύμωσης στα πλαίσια ενός ριζοσπαστικού πολιτικού εγχειρήματος ή σε μια αντανακλαστική αντίδραση να συζητήσουμε κι εμείς ό,τι συζητείται στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αν δηλαδή χρειάζεται να κάνουμε αυτή τη συζήτηση και να πάρουμε κάποια θέση έτσι ώστε είτε να κάνουμε κάποια πράγματα που μας αφορούν εσωτερικά με καλύτερο τρόπο, είτε να παράξουμε κάτι δημόσιο προς όφελος των σκοπών μας. Αν χρειάζεται να πάρουμε μια θέση όχι για την αρρενωπή αυτοολοκλήρωση του να έχεις θέση για όλα και κυρίως για όσα απασχολούν τους πολλούς, αλλά για να παράξουμε μέσω αυτής κάτι ριζοσπαστικό προς κάποια κατεύθυνση. Η άλλη περίπτωση είναι να ανταποκρινόμαστε στο (μάλλον όχι και τόσο αθώο) κέλευσμα της θεαματικής επικαιρότητας, κάτι που αν ισχύει προδίδει μάλλον ένα έλλειμμα αυτονομίας των πολιτικών μας δομών. Πολλώ δε μάλλον αναρωτιέμαι για το ποιό ριζοσπαστικό πολιτικό σχέδιο θα μπορούσε να συμπεριλάβει σα μέρος του μια θέση δημόσιας καταδίκης της επίθεσης στο Charlie Hebdo και προς ποιά πολιτική πρακτική δείχνει μια τέτοια καταδίκη, για το πώς αυτή θα λειτουργούσε στο συγκείμενο της ελλάδας-κόλασης και της Ευρώπης-φρούριο. Ποιά πιθανή πολιτική χρήση μπορεί να προκύψει εξ’ αυτής πέρα από την εκμαίευση συναίνεσης από κάθε πολιτική χώρο για περισσότερη και πιο ακριβή αντιτρομοκρατία, για πιο καλά φυλαγμένα σύνορα, για αρκετές ακόμα επιθέσεις σε τζαμιά; Όσο αντίθετος και να είναι κανείς στη δολοφονία ενός ανθρώπου που κάνει κόμικς για θρησκευτικούς λόγους που αφορούν στα κόμικς που κάνει, στα πλαίσια μιας υποθετικής, εν κενώ αναλυτικής συζήτησης περί ηθικής, τι είναι αυτό που έχει στο μυαλό του και ποιοί είναι οι πιθανοί πολιτικοί του σύμμαχοι όταν δημοσιεύει τα πορίσματά της στην ελλάδα του σήμερα;

Έχοντας όλες τις παραπάνω ερωτήσεις σε συνδυασμό με το πού ζούμε, μιλάμε και πράττουμε κατά νου, σκέφτομαι πως είναι μεν καλή ιδέα να συζητάμε την επίθεση στο Charlie Hebdo, είναι δε πολύ κακή ιδέα να τη συζητάμε για να πάρουμε μια θέση απέναντί της, για να την επιδοκιμάσουμε ή να την καταδικάσουμε. Και είναι καλή ιδέα να τη συζητάμε, γιατί έτσι μπορούμε να πάρουμε θέση για τον ισλαμοφοβικό μηχανισμό που αυτή ανακίνησε, ο οποίος περιλαμβάνει από τις δηλώσεις των Άδωνι Γεωργιάδη και Αντώνη Σαμαρά για τον φράχτη στον Έβρο μέχρι την πρόταση της Λε Πεν για την επαναφορά της θανατικής ποινής και τις επιθέσεις με χειροβομβίδες και καλάσνικοφ σε χώρους εστίασης μουσουλμάνων μόλις μια μέρα μετά την επίθεση. Είναι καλή ιδέα να τη συζητάμε γιατί μπορούμε μέσα από αυτήν να αναφερθούμε στην απουσία λόγου και συγκίνησης για τους τέσσερις νεκρούς Εβραίους από τον ελληνικό κοινωνικό και μηντιακό λόγο, απουσία ενδεικτική του ελληνικού ακραιφνή αντισημιτισμού. Είναι καλή ιδέα να τη συζητάμε γιατί μπορούμε να ασχοληθούμε με το πώς μπορούμε να βάλουμε αντιστάσεις λόγου και δράσης σε μια πάντα-ήδη και ολοένα και πιο ολοκληρωτική και ρατσιστική Ευρώπη, η οποία τώρα θα αναβαθμίσει πιθανά την αντιμεταναστευτική της υπόσταση σε κάθε ιδεολογικό και πρακτικό πεδίο. Είναι, τέλος, πολύ κακή ιδέα να πάρουμε θέση για αυτήν – πολλώ δε μάλλον να την καταδικάσουμε – για τον ίδιο λόγο που δεν δίνουμε – ελπίζω – απαντήσεις σε ερωτήματα όπως το αν λέμε ναι ή όχι στο μνημόνιο, το αν θέλουμε να μείνει η ελλάδα στην Ευρώπη ή το αν θα γίνει ο θοδωρής ζαγοράκης αρχηγός της εθνικής. Γιατί δε βρίσκουμε ριζοσπαστικές χρήσεις για τις απαντήσεις σε αυτού του τύπου τα εκβιαστικά ερωτήματα, γιατί (σωστά) μπορέσαμε να φανταστούμε και να κάνουμε πράξη την απόρριψη του ίδιου του ερωτήματος, να συζητήσουμε αλλιώς το ζήτημα.

Παρεμπιπτόντως, οι συζητήσεις για το τι σημαίνει και αν αξίζει στήριξης η ισλαμική τρομοκρατία έχουν και είχαν τρόπο και χρόνο για να γίνονται ως κομμάτια αναστοχασμού ενός ριζοσπαστικού κινήματος εν αντιθέσει με την αυταξία της θέσης. Έγιναν κατά τη διάρκεια της ιρανικής επανάστασης πριν τις ημέρες του Αγιατολάχ, έγιναν εντός της αραβικής άνοιξης στην Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Τυνησία, γίνονται από αριστερά και ριζοσπαστικά κινήματα αυτή τη στιγμή στο Ιράκ. Έγιναν, γίνονται και θα γίνονται χαράσσοντας πορεία, αλλάζοντας στρατηγική, δίνοντας μορφή και περιεχόμενο σε κινήματα που φιλοδοξούν να σπάσουν ρίζες, και ίσως είναι μια καλή αφορμή να διερωτηθούμε για το ποιές ρίζες σπάμε εμείς με το να συμμετέχουμε στο πιο μπανάλ πράγμα στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή – στο γαλλικό εθνικό πένθος. Μπορούμε επίσης, συν το χρόνω, να συμμετέχουμε κι εμείς εδώ σε παρόμοια δημιουργικές ζυμώσεις, όταν με το καλό αρθούν όσοι αποκλεισμοί χρειάζεται για να έχουμε ανάμεσά μας μουσουλμάνους συντρόφους, με την προϋπόθεση βέβαια κάποιοι από αυτούς να επιλέξουν να πάρουν τα όπλα για λόγους παρόμοιους με αυτούς πίσω από την επίθεση στο Charlie Hebdo. Μπορούμε, τέλος, να αναρωτηθούμε δημιουργικά για το τι σημαίνει να σκοτώνεις αναλόγως ή όχι του σκοπού, και να καταδικάσουμε αν θέλουμε τέτοιες πρακτικές: Συζητώντας με τους γύρω μας για το γειτονικό εδώ και το άμεσο τώρα του ένοπλου αγώνα στην ελλάδα, από έλληνες.

Σημείωση: Αν φτάσατε ως εδώ, θα παρατηρήσατε ίσως πως το παρόν κείμενο, ενώ καθ’ όλη τη διάρκειά του αναλύει άλλα κείμενα που προέρχονται εν πολλοίς από (λιγότερο ή περισσότερο ριζοσπαστικά) κομμάτια του βρετανικού, του γαλλικού και του αμερικάνικου ανταγωνιστικού κινήματος, αναφέρεται τελικά και ασκεί κριτική στο αντίστοιχο ελληνικό. Μπορούν να ειπωθούν για αυτό δύο πράγματα: Πρώτον, ότι φορτώνω το ελληνικό κίνημα με πράγματα που δεν έχει πει και, δεύτερον, ότι το πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν τα δυτικά κινήματα του εξωτερικού είναι τελείως διαφορετικό από αυτό στο οποίο λειτουργεί το ελληνικό.

Υπερασπίζομαι, εντούτοις, αυτή μου την επιλογή. Αφ’ ενός επειδή θεωρώ πως τα κείμενα που παρέθεσα αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του τι λέγεται και στον ελληνικό χώρο το τελευταίο διάστημα, παρά την έλλειψη της γραπτής και συλλογικής του έκφρασης, αφ’ ετέρου επειδή θεωρώ ότι το πλαίσιο και τα διακυβεύματα των δυτικών κινημάτων του εξωτερικού, όσον αφορά πολύ συγκεκριμένα στα θέματα που πραγματεύομαι στο κείμενο, δεν είναι ριζικά διαφορετικά από αυτά του εγχώριου.

Αναφορές

[1] Ανώνυμο, Omnia.tv, 8/1/2015: “Γιατί δεν είμαι Charlie Hebdo”, τελευταία παρ.

[2] Ανώνυμο, Revolution News, 9/1/2015: “The Paris Attack: Je Ne Suis Pas Charlie”, παρ. 6

[3] Robert Frisk, The Independent, 9/1/2015: “Charlie Hebdo: Paris attack brothers’ campaign of terror can be traced back to Algeria in 1954

[4] Ελένη Μαυρούλη, Το Περιοδικό, 10/1/2015: “Charlie Hebdo, Το πριν, το γιατί, το μετά”, παρ. 14

[5] John Rees, Counterfire, 11/1/2015: “The limits of liberalism”, παρ. 24

[6] Ελένη Μαυρούλη, Το Περιοδικό, 10/1/2015: “Charlie Hebdo, Το πριν, το γιατί, το μετά”, παρ. 6

[7] Σλάβοι Ζίζεκ, New Statesman, 10/1/2015: “Are the worst really full of passionate intensity?”

[8] Μικαέλ Λεβί, Εφημερίδα των Συντακτών, 11/1/2015: “Το αίσχος”, παρ. 1

[9] Γιώργος Λυκουργιώτης, AntiNaziZone, 11/1/2015, “Το ξενοφοβικό PEGIDA, η δολοφονική επίθεση στην Charlie Hebdo και η ισλαμοφοβία”

[10] Queericulum Vitae, QVzinenet: “DV8, ισλαμοφοβία και η προπαγάνδα ως τέχνη – Μπορούμε, αλήθεια, να μιλήσουμε για αυτά;

[11] Jacob Canfield, The Hooded Utilitarian, 7/1/2015: “In the Wake of Charlie Hebdo, Free Speech Does Not Mean Freedom From Criticism

[12] Simon Jenkins, The Guardian, 7/1/2015: “Now is the time to uphold freedoms and not give in to fear

[13] Richard Seymour, Jacobin, 7/1/2015: “On Charlie Hebdo

[14] Ανώνυμο, Omnia.tv, 8/1/2015: “Γιατί δεν είμαι Charlie Hebdo

[15] Scott Long, A Paper Bird, 9/1/2015: “Why I am not Charlie

[16] Jordan Weissman, Slate, 9/1/2015: “Charlie Hebdo Is Heroic and Racist”

[17] Νόαμ Τσόμσκι, teleSUR, 10/1/2015: “We Are All – Fill in the Blank

[18] Corey Oakley, Red Flag, 11/1/2015: “Charlie Hebdo and the hypocrisy of pencils

[19] Δημήτρης Χριστόπουλος, Ενθέματα, 11/1/2015: “Charlie Hebdo. Η δολοφονία της νεωτερικότητας

[20] Max Fisher, Vox, 12/1/2015: “What everyone gets wrong about Charlie Hebdo and racism

[21] Nadine El-Enany and Sarah Keenan, Critical Legal Thinking, 13/1/2015: “I am Charlie and I guard the Master’s house

Advertisements
Στιμορολ

5 thoughts on “Στιμορολ

  1. pinelopi perdika says:

    παρόλο που εκτιμώ τον μόχθο και συμμερίζομαι πολλές από τις κριτικές απολήξεις του κειμένου έχω μια βασική ένσταση η οποία με εμποδίζει να δω το κείμενο ως ένα επιχειρημα που με καλεί να αναθεωρήσω την θέση μου. Η ένσταση πάει ως εξής: μια θέση δεν είναι άλλο απαραίτητα από μια συζήτηση αν και ο αναστοχασμός ή η συζήτηση δεν έχουν πάντα ως στόχο να παράγουν μια θέση- όμως μπορούν δυνάμει να την παράγουν. Μια θέση μπορείς να πάρεις ή δεν μπορείς – μπορεί να θες να πάρεις και να μην μπορείς ή να μπορείς και να μην θες. Και εγώ θεωρώ ότι με το κείμενο αυτό επιλέγεις να μην πάρεις μια θέση γιατί παίρνεις προφανώς μία άλλη -όχι γιατί δεν μπορείς. Και αυτό το αισθάνομαι λίγο ως μια διδακτική διάθεση από την πλευρά του συγγραφέα που σε επίπεδο συναισθηματικό με εμποδίζει όπως είπα να συνδιαλαγώ.
    Την ίδια στιγμή δεν με πείθουν τελικά οι λόγοι σου για το γιατί δεν παίρνεις θέση εσύ για την επίθεση. Και χωρίς να επεκταθώ θα πω απλώς ότι το να μην παίρνεις θέση ίσως οδηγεί από άλλο δρόμο στο να αντιλαμβάνεσαι τους δράστες μιας τέτοιας επίθεσης με τους τρόπους που αναδεικνύεις στην κριτική σου (θέση πρώτη). Δλδ, αν τελικά σε καλέσω να πάρεις θέση “για το γειτονικό εδώ και το άμεσο τώρα του ένοπλου αγώνα στην ελλάδα, από έλληνες”, τι ακριβώς θα μου πεις; Γιατί εγώ αναρωτιέμαι φυσικά για το τι σημαίνει να σκοτώνεις, να ασκείς βία για πολιτικούς σκοπούς, να διαλέγεις τα όπλα, αναρωτιέμαι για το δίκαιο ή το άδικο αλλά στο εδώ και τώρα έχω θέση την ίδια στιγμή για όλα αυτά. Δεν θέλω να είναι ο αγώνας μου τέτοιος, δεν θα δεθώ συντροφικά έτσι με κανέναν και καμία. Στο εδώ και το τώρα και μέχρι σήμερα. Αν μου λες ότι αυτή μου η θέση δεν είναι μία που μπορεί να κάτσει απέναντι από και την ίδια στιγμή δίπλα στον άνθρωπο που παίρνει το όπλο και σκοτώνει θα σου πω πως κάνεις λάθος. Αν μου λες ότι με αυτή μου την θέση κάθομαι δίπλα και όχι απέναντι από τον ισλαμοφοβικό ρατσιστή λευκό γείτονά μου θα σου πω ότι επίσης κάνεις λάθος. Αν μου λες ότι η καταδίκη -θα χρησιμοποιήσω αυτή την λέξη αν και για μένα δεν μπαίνει θέμα καταδίκης- της πολιτικής βίας στην περίπτωση του Σαρλί είναι νεράκι στον μύλο της ρατσιστικής ευρώπης-φρούριο ή μια αφελής στήριξη κάποιων αρχών ενός κάποιου διαφωτισμού θα σου πω ότι επίσης κάνεις λάθος. Τελικά νομίζω πως η αίσθηση ότι μπορείς να πάρεις θέση σε μια τέτοια περίπτωση αναγνωρίζοντας όλα τα θολά σημεία, όλα τα πράγματα που κάνει το να πάρεις θέση και όλα όσα δεν κάνει, όλες τις αντιφάσεις που ενσωματώνει …είναι προϊόν του πόσο καλά και πόσο πολύ έχεις αναστοχαστεί μέχρι το γεγονός που σου ζητάει να πάρεις θέση. Και είναι και μια ευθύνη που έχω την οποία αναλαμβάνω -την ευθύνη για επώδυνους αναστοχασμούς και συζητήσεις όσο και για τις θέσεις που τις ακολουθούν.

    Like

  2. bV says:

    Η οιονεί φαινομενολογική μεθοδολογία που προκρίνεις έχω την εντύπωση πως αυτοϋπονομεύεται σε κάποιον βαθμό λόγω περικοπών όπως αυτές: «αν το αίτιο της πίστης ήταν ο αποκλεισμός, τότε όλοι οι αποκλεισμένοι θα ήταν θρησκευόμενοι και αν το αίτιο αυτών των χτυπημάτων ήταν η δυτική καταπίεση, τότε όλοι οι μουσουλμάνοι της Ευρώπης θα προέβαιναν σε τέτοιου είδους χτυπήματα, πράγματα που προφανώς δεν συμβαίνουν»· «δεύτερον, γιατί υποβιβάζει το δρων πολιτικό υποκείμενο σε μια βρεφική κατάσταση, όπου χαρακτηρίζεται μόνο από αντανακλαστικές αντιδράσεις που παρακάμπτουν το πεδίο της συνείδησης και της επιλογής, αφού του αφαιρεί a priori τη δυνατότητα αυτόνομης πολιτικής συγκρότησης και δράσης». Στην πρώτη περίπτωση, η ψηφιακή-αιτιοκρατική αυτή λογική μέσω της οποίας εγκαλείς αυτό που αντιλαμβάνεσαι ως ψηφιακή-αιτιοκατική λογική δεν βοηθάει κατά τη διαδικασία εντοπισμού των συσχετίσεων που λαμβάνουν χώρα εντός του ιστορικοπολιτικού γίγνεσθαι. Κανένα κοινωνικό αίτιο δεν μπορεί να εκβάλλει μοναδιαία σε ένα συγκεκριμένο αιτιατό και δεν νομίζω πως κάποιος έχων σώας τα φρένας και τας μεθοδολογικάς αρχάς θα υποστήριζε κάτι τέτοιο. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υφίστανται πολλαπλές (και πολλαπλοτικες) συσχετίσεις μεταξύ ιστορικών δομών και φαινομένων/γεγονότων υπό ανάλυση. Το «αίτιο» της πίστης δεν είναι ο αποκλεισμός. Αν η ανάδυση της θεολογικοπολιτικής προβληματικής, όμως, αποκοπεί πλήρως από τον (γενικόλογο) αποκλεισμό, τα πιθανά αποτελέσματα μάλλον τρομακτικά θα ήταν. Στο παράδειγμα του ελληνικού φασισμού, το ότι μεταπολεμικά ελλοχεύει στον ελλαδικό χώρο ένα αξιοσέβαστο ποσοστό ακροδεξιού πληθυσμού δεν αναιρεί τη μετατόπιση παραδείγματος που σηματοδοτεί η κρίση/αναδιάρθρωση: οι γραμμές ανάλυσης οφείλουν να είναι συμπληρωματικές, όχι αλληλοαποκλειόμενες. Ως προς το δεύτερο παράθεμα, το λεγόμενο δρων πολιτικό υποκείμενο συχνά λειτουργεί πράγματι αντανακλαστικά, όπου το αντανακλαστικά θα σήμαινε μάλλον μη-κριτικά ή μη-αναστοχαστικά. Μπορεί και να δρα με μεγάλο βαθμό συνειδητότητας (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), αλλά με τρόπους ξένους ως προς το αξιακό μας σύστημα. Ξανά, η αυτόνομη πολιτική συγκρότηση και δράση είναι μάλλον η ίδια μία εν κενώ κατηγορία: σε αυτήν την περίπτωση, είναι η ελευθερία και η αναγκαιότητα που αδυνατούν (υπό τη δική μου τουλάχιστον οπτική) να αποσυναρθρωθούν.

    Λίγο πιο κάτω, αναφέρεις πως «είναι ακόμα αξιοσημείωτο ότι θέσεις όπως αυτή, όταν εκφράζονται από δυτικούς θεωρητικούς επαΐοντες, αφορούν πάντα σε υποκείμενα που βρίσκονται γεωγραφικά ή πολιτισμικά μακριά τους και σε κάθε περίπτωση όχι στο άμεσο πολιτικό τους περιβάλλον.» Ακούγεται υπερβολικά αφοριστικό. Η εντύπωσή μου είναι πως σε μεγάλο βαθμό, σύσσωμος ο θεαματικός λόγος ακριβώς με τέτοιους όρους διαχειρίζεται κάθε τι ανταγωνιστικό προς τα συμφέροντά του, ήτοι τόσο τον εξωτερικό όσο και τον εσωτερικό εχθρό. Επαΐοντες, άλλωστε, συναντάμε κι από τις δυο μεριές του κυριαρχικού φράχτη.

    Πέρα από τα παραπάνω «μεθοδολογικά» –και άρα ουσιώδη– ζητήματα, και ορμώμενος από μία πάντοτε επίκαιρη ατάκα (xD), το εάν λέμε ναι ή όχι στο μνημόνιο δεν αναιρεί την ύπαρξη του μνημονίου ως πραγματολογικής συνθήκης. Το να λειτουργούμε αποκλειστικά εντός της ταυτότητας του «ατομου-που-συμμετέχει-στο-ανταγωνιστικό-κίνημα» και με αυτόν τον τρόπο να βαυκαλιζόμαστε μέσω της παντιέρας του αρνητικού και τις διαρκείς απόπειρες να εξέλθουμε του υπάρχοντος δείχνει προβληματικό όσο οποιαδήποτε άλλη αμιγώς ταυτοτική αντίληψη του πολιτικού. Συμφωνώ, βεβαίως, στο ότι το να θεματοποιηθεί το Charlie με τον τρόπο που αυτό συμβαίνει σε επίπεδο θεάματος είναι απευκταίο· δεν αναιρείται όμως η ανάγκη στοχασμού πάνω στο γεγονός καθεαυτό, όχι εν κενώ μα εντός των συνθηκών που το καθόρισαν και με βάση τις όποιες κατηγορίες έχουμε στα κεφάλια και τα σώματά μας και την εξέταση της συσχέτισής τους με αυτό που θα αποκαλούσαμε χειραφετητική προοπτική, η οποία όμως δεν είναι απλώς μία εργαλειακή αναζήτηση χρηστικών πολιτικών αντικειμένων. Προσωπικά δεν μπορώ να προσπεράσω με ευκολία τη «δολοφονία κομιξά λόγω των κόμιξ του βάσει θρησκευτικών πεποιθήσεων» που αναφέρεις, σε υπαρξιακό/ηθικό, οπότε και πολιτικό, επίπεδο. Μου είναι δύσκολο να δω στην πρακτική αυτή κάτι παραπάνω από μία λυσσαλέα (επίρρημα) κυριαρχική πράξη εις βάρος αμφίβολης λογικότητας στόχου ως απάντηση σε ένα εξίσου οξυμένο κυριαρχικό πρόταγμα –απλοποιώντας στον έσχατο βαθμό. Η αίσθησή μου είναι πως, αν και σε επίπεδο κινηματικού λόγου είναι λογικό και θεμιτό να μη θέσουμε εαυτούς στην υπηρεσία μίας τοποθέτησης εντός ψευδεπίγραφων διλημμάτων, το πασπαρτού της θέσης του υποκειμένου δεν αρκεί για να διαγράψουμε το γεγονός καθεαυτό, αποσιωπώντας την απέχθεια και τον προβληματισμό που μπορεί να προξενεί. Σχετικοποιώντας τη βαναυσότητα στο όνομα της «θέσης του μειονοτικού/καταπιεζόμενου υποκειμένου», συμμετέχουμε σε ένα είδος ανεστραμμένου φιλελευθερισμού. Οπότε το δίλημμα «λαμβάνουμε ή δεν λαμβάνουμε θέση» μου φαίνεται εξίσου ψευδεπίγραφο: από τη μία, όπως σημείωσε κι ο προηγούμενος σχολιαστής, η τοποθέτηση είναι αναπόφευκτη, ακόμα κι αν επικαλείται τη μη-τοποθέτηση (θεματική που σηκώνει πολλή κουβέντα)· ταυτοχρόνως, το να εναντιωθείς σε κάτι δεν σημαίνει πως ασπάζεσαι τον λόγο οποιουδήποτε εναντιώνεται επίσης σε αυτό ούτε ότι πρέπει να προβείς σε δημόσια καταδίκη, με τον τρόπο που το αναφέρεις.

    Εάν υποπέσουμε σε παρόμοια σφάλματα, μάλλον υποβοηθητικοί καθιστάμεθα. Υποβοηθητικοί διεργασιών και πλεγμάτων εξουσίας βαθύτερων της παρούσας –και οποιασδήποτε– συνθήκης. Νομίζω πως ο αντιρατσιστικός/αντιφασιστικός αγώνας δεν πρέπει να οδηγεί σε κριτικό αυτοαφοπλισμό λόγω απεύθυνσης σε ταυτότητες που τοποθετούνται στο βάθρο του καταπιεζόμενου. Η πολιτική μορφή ζωής που θα επέλεγα ή που επιλέγω σίγουρα δεν μπορεί να συναρμονιστεί ούτε με την επίθεση στο Charlie ούτε με τους ευρωπαίους ηγέτες που διαδήλωσαν χέρι-χέρι με τον λαό ή/και τις υπηρεσίες ασφαλείας τους.

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s