Χτενιζουμαι

Το ελληνικό κράτος, όπως και κάθε κράτος, θα είναι το κράτος των πολιτών του – όχι όλων των “ανθρώπων”. (…) Η οικονομία είναι πληγωμένη, μας λένε – έλπίζουμε να πεθάνει, απαντάμε. Κάπου στο περιθώριο του έθνους, ας κάνουμε ιστορία.

-Ruthless Critique [1]

Ο κόσμος χάνεται. Και το μουνί (δηλαδή εγώ), χτενίζεται 🙂

-TechieChan [2]

Εισαγωγή – στρώνοντας το έδαφος του νέου εθνολαϊκισμού

Στις 5 Ιουλίου 2015 όσοι από τους πολίτες αυτής της χώρας έχουν δικαίωμα ψήφου καλούνται να επιλέξουν αν θέλουν ή όχι τη συνέχιση των δανειακών συμβάσεων υπό τους όρους που αυτές προσφέρονται. Αν λοιπόν οι διαθέσιμες επιλογές είναι “ναι”, “όχι” και αποχή, το παρόν κείμενο λαμβάνει αρχικά το “ναι” ως θέση που, αν μη τι άλλο, δεν είναι υπερασπίσιμη ως πολιτικό πρόταγμα (και εξηγεί γιατί παρακάτω – βλέπε τις δύο τελευταίες παραγράφους). Από εκεί και πέρα, ο βασικός ισχυρισμός που το διατρέχει είναι πως πίσω από το “όχι” δεν βρίσκεται κανενός είδους ριζοσπαστικό κοινωνικό υποκείμενο, αλλά ούτε και ένα υποκείμενο που δύναται να ριζοσπαστικοποιηθεί σε μια ενδεχόμενη μετά-“όχι” εποχή· πως το “όχι” δεν αποτελεί την τρέχουσα αιχμή κανενός ταξικού-κοινωνικού αγώνα, ούτε τη συμπύκνωση αιτημάτων ενός πληθυσμού που βρίσκεται σε κάποιο δυσμενή πόλο των ροών εξουσίας και, ακόμα, ότι αυτοί είναι επαρκείς λόγοι για να μην ψηφίσει “όχι” κανείς. Σκοπός αυτού του κειμένου είναι, τελικά, να υπερασπιστεί την αποχή από το δημοψήφισμα όχι στη βάση της ιδεοληπτικής και άνευ συγκειμένου αιώνιας αποχής από τις εκλογές, αλλά σε αυτή της αναπόδραστης εγγραφής της άλλης επιλογής σε ένα λαϊκίστικο συνεχές που συνυφαίνεται με τον εθνικό επιβιωτισμό.

Αρχίζοντας λοιπόν, μια καλή άκρη του νήματος για τη γενεαλόγηση του υποκειμένου, των δομών και των αγώνων που σκιαγραφούνται πίσω από το “όχι” βρίσκεται, όπως συνηθίζεται για την κατανόηση της ελληνικής πραγματικότητας, στις πρώτες δύο δεκαετίες της μεταπολίτευσης. Ειρωνικά, το σημείο αφετηρίας αυτής της περιόδου είναι ένα άλλο δημοψήφισμα και το πιο πρόσφατο στη χώρα αυτή, μέσω του οποίου οι έλληνες καλούνταν να επιλέξουν μεταξύ βασιλευόμενης και αβασίλευτης δημοκρατίας (όχι αντίθετα με σήμερα, τόσο το ζεύγος επιλογών όσο και η ευρεία ανταπόκριση των μαζών και συγκεκριμένα αυτή της εργατικής τάξης σε αυτές είναι ενδεικτικά των ορίων που έφεραν οι προηγούμενοι κοινωνικοί αγώνες). Κατά το εν πολλοίς πρόσφατο (αν και όχι αρκετά κεντρικό) κεκτημένο του ανταγωνιστικού κινήματος λοιπόν, τα χρόνια εκείνα -και ιδιαίτερα μετά το ’81- η ριζοσπαστική πολιτικοποίηση πήγε κατά διαόλου. Πράγματι, οι αριθμοί όσων είχαν απομείνει να αυτοπροσδιορίζονται ως ανήκουσες και ανήκοντες στην εργατική τάξη (και που έπρατταν ανάλογα) συρρικνώθηκαν δραματικά, οι έλληνες ανέλαβαν πρόθυμα του ρόλου επιλογέα διαχειριστή ενός α-λα-γκρέκα σοσιαλιστικού κράτους-αποδέκτη κονδυλίων από την ΕΕ, όπως επίσης και αυτόν του μικρού ή μεγάλου αφεντικού των μεταναστών (τότε εργατών) από το πρώην ανατολικό μπλοκ και μικροαστικοποιήθηκαν μαζικά. Γενικότερα, οποιαδήποτε διανόηση της ζωής ως κάτι πριν από όσα προκαταβάλλουν μια σειρά από κοινωνικοοικονομικά αξιώματα (όπως οικογένεια-έθνος-κράτος-χρήμα-καπιταλισμός) εξαλείφθηκε ή περιορίστηκε σε πεδία που λειτουργούσαν όντως ή που ιδώνονταν ως κοινωνικά αναπαυτήρια, όπως οι φοιτητικοί κύκλοι, ο αντιεξουσιαστικός χώρος, βία και το ΚΚΕ (του οποίου ο συγκεκριμένος ρόλος θα απαίτουσε ένα ακόμη κείμενο για να αναλυθεί). Και ενώ ο όρος “απολιτίκ” είναι όσο περιεκτικός χρειάζεται για να περιγράψει την κατάσταση του κοινωνικού υποκειμένου μετά τη μεταπολίτευση, είναι χρήσιμο να θυμάται κανείς ότι είναι στην ουσία όρος ομόλογος της πλήρους επικυριαρχίας ορισμένων ιδεολογιών, καθώς δεν νοείται κοινωνία προτού τη λήψη ορισμένων τουλάχιστον πολιτικών αποφάσεων. Το να υφίσταται κοινωνία είναι από μόνη της μια πολιτική απόφαση και το ίδιο ισχύει για, ανάμεσα σε άλλα, το έθνος, το κράτος, τον καπιταλισμό. Έτσι λοιπόν, μετά τους πολέμους, τις λεηλασίες τις εθνοκαθάρσεις και τη δίωξη των αλλόθρησκων, στους μηχανισμούς δόμησης της πατρίδας ήρθε να προστεθεί και αυτός της κυριαρχίας της ως μη πολιτικής επιλογής. Καθόλου κακό σχέδιο – αναπαραγόμενη ως τέτοια, η πατρίδα, ο εγγυητής της απόλαυσης του ανήκειν, η οντολογική προϋπόθεση και ο νομιμοποιητής του μίσους απέναντι στον Άλλο και τότε στα γεννοφάσκια της ως εγγυητής ενός καραβιού λεφτά από τα δυτικά, δεν δύναται καν να αμφισβητηθεί – τουλάχιστον όχι στα σοβαρά.

Πλατείες, αγανακτισμένοι, αντιμνημόνιο: ένα νέο-παλιό υποκείμενο

Πλησιάζοντας στο θέμα μας, η όλη αυτή διάλυση της εργατικής συνείδησης, της υποχώρησης των ανταγωνισμών σε κάθε επίπεδο και της ιδεολογικής στέγασης της συντριπτικής πλειοψηφίας κατόχων μπλε ταυτότητας κάτω από τη σκέπη του κοινωνικού χρηματοδότη-πατέρα κράτους, είναι νευραλγικής σημασίας. Όσα συνέβησαν στο επίπεδο των κοινωνικών αγώνων ευρείας συμμετοχής λίγο αφότου αυτός ο τελευταίος ρόλος του κράτους αρχίσει να καθίσταται, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του ’08, βαθμιαία αδύνατος συνάδουν με αυτή την παραπάνω συγκρότηση: Τα κύρια χαρακτηριστικά όσων βγήκαν τελικά στους δρόμους και στις πλατείες το ’11, με μια μικρή καθυστέρηση για την υπέρβαση του αδιανόητου μιας κίνησης που να θυμίζει έστω και αμυδρά πολιτική, ήταν τρία: Ήταν πολλοί, ήταν πατριώτες, ήταν αγανακτισμένοι. Ήταν φοβισμένοι που η κάνουλα άρχιζε να κλείνει, θυμωμένοι που δεν μπορούσαν να εξακολουθούν να απολαμβάνουν τα προνόμιά τους, εν γένει έξαλλοι με το γεγονός ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να είναι ακριβώς όπως ήταν, με τους ίδιους σταθερά στο ρόλο του επωφελούμενου του διακρατικού ρατσισμού και της δυτικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ήταν ακόμα εθελούσια τυφλοί απέναντι στο γεγονός πως οι ίδιοι είχαν προηγούμενα επιλέξει κυβερνήσεις οι οποίες εντελώς διάφανα επένδυαν ευρωπαϊκό χρήμα στην απόσπαση πολιτικής υπεραξίας με σκοπό την αναπαραγωγή τους (τα λεγόμενα “σκάνδαλα”, τα “κλεμμένα”, η διαφθορά και τόσα άλλα αγαπημένα της ορολογίας του εθνολαϊκισμού αφορούν απειροελάχιστο ποσοστό του ελλείματος) και όχι σε διαβήματα που θα επέτρεπαν στη χώρα να βρίσκεται σε προνομιακό και ανταγωνιστικό σημείο στον χάρτη του παγκόσμιου καπιταλισμού. Πολλώ δε μάλλον, απείχαν έτη φωτός από το να μπορούν να κατανοήσουν σε τι συνίστανται τα “διαβήματα” αυτά, το πολιτικοοικονομικό σχεδίασμα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού των εθνών-κρατών στο οποίο εγγράφονται, ή τις συντριπτικές συνέπειες που έχει για ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού ένα αδηφάγο παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο με τρομακτική ευκολία μετακίνησης και το κυάλι μόνιμα στραμμένο σε όλη την υδρόγειο για ευκαιρίες περαιτέρω υποτίμησης της εργατικής δύναμης. “Απολιτίκ”, μέχρι πρότινος αραχτοί, κατά βούληση αποξενωμένοι από το σύνολο των μηχανισμών που σχημάτιζαν τη ζωή τους, ή όπως είχε γραφτεί και παλαιότερα σε πλήρη αδυναμία να συλλάβουν σχέσεις αιτίου αιτιατού, λες και ο εικοστός αιώνας ήταν όλος μια φάρσα ή ένα παραμύθι των γεροντότερων, οι αγανακτισμένοι χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα και έφτιαξαν τις δικές τους αφηγήσεις για τα πράγματα, προσαρμοσμένες στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός – αφηγήσεις που χάρις στην ευρύτητα, τη μορφή και το συνωμοσιολογικό τους περιεχόμενο σκάλισαν μετέπειτα τη μανιέρα της εθνολαϊκιστικής ρητορείας της τελευταίας τριετίας. Κι αν υπήρχαν ορισμένα στοιχεία που τους χώριζαν, κι αν οι πάνω έμοιαζαν λίγο περισσότερο με ναζί, κι αν μια κάποια μειοψηφία των κάτω δήλωνε ανήκουσα στην αριστερά, χαλάλι: Η εμπέδωση του αυτονόητου της πατρίδας που περιγράφηκε παραπάνω ήταν επαρκούς έντασης για να αποτελέσει η ίδια έναν άξονα που θα οργάνωνε γύρω του αρμονικά τις διαφορές του πλήθους. Του λόγου το αληθές οπωσδήποτε δεν κρύβεται, αλλά διατρανώνεται από μερικές από τις πιο καταχειροκροτημένες τοποθετήσεις της πλατείας, όπως:

Οι άνθρωποι εκεί πάνω με τις ελληνικές σημαίες δεν είναι φασίστες, είναι απλοί άνθρωποι που διαδηλώνουν σαν κι εμάς απλά δεν συμμετέχουν στη συνέλευση. Αρκετοί από αυτούς δεν ξέρουν πώς λειτουργεί και γι’ αυτό πρέπει να πάμε πάνω, τους φέρουμε κοντά μας και ας κουβαλούν μαζί τους ό,τι θέλουν. Όλοι μαζί είμαστε στο Σύνταγμα.

– Το θέμα είναι να μην υπάρξει εθνικός διχασμός, να μην υπάρξει ξανά το ’44. Το θέμα είναι να μη βγάλουμε ο ένας τα μάτια του άλλου.

Το ποιανού άλλου βέβαια είναι ένα ερώτημα, καθώς παράλληλα με τα τεκταινόμενα στο Σύνταγμα, ουκ ολίγος και ουσία αδιαίρετος από το πλήθος κοσμάκης όρμηξε να βγάλει τα μάτια Ασιατών μεταναστών κάτω από την Πατησίων. Τόσο λοιπόν τα σύγχρονα αθηναϊκά πογκρόμ, όσο και οι χιλιάδες σημαίες και τα εθνικά παραληρήματα από κάθε μεριά δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας για τη σημασία του γεγονότος “ο λαός στους δρόμους”. Όσο και αν προσπάθησαν διάφορες ομαδώσεις από τον αντιεξουσιαστικό χώρο να επιβάλλουν τις φαντασιώσεις του εαυτού τους ως υψηλής σημασίας δύναμη και τη συνακόλουθη αφήγηση για τη δική τους δουλειά στο Σύνταγμα, όσο κι αν προσπάθησαν να αποκτήσουν ρόλο πρωτοπορίας μέσα στο πλήθος, λειτούργησαν πάντα περιφερειακά του συμβαίνοντος. Ας το πούμε καλύτερα έτσι: Όσα ριζοσπαστικά συνέβησαν εκείνη την περίοδο δεν ήταν σημαντικά, και όσα σημαντικά δεν ήταν ούτε κατά διάνοια ριζοσπαστικά. Για την ακρίβεια, όπως συχνά συμβαίνει σε αυτού του είδους τη διαλεκτική, είναι αυτές οι δομές του χώρου που ενσωμάτωσαν τα χαρακτηριστικά της υπερδομής στην οποία προσαρτήθηκαν, πολύ περισσότερο από όσο κατάφεραν να τη διαβρώσουν οι ίδιες. Κάτι τέτοιο είναι εμπειρικά επαληθεύσιμο από τη συντηρητικοποίηση του λόγου και της πρακτικής ενός κομματιού του αντιεξουσιαστικού χώρου την τελευταία πενταετία, εν αντιθέσει με τις περιστασιακές κορώνες προς υπεράσπιση του αντίστροφου, τα στοιχεία για την οποία θέση περιορίζονται σε αναφορές σε κάποια πολύ αποσπασματική τοποθέτηση στην πλατεία, ένα μικρό μπλοκ κάπου σε κάποια πορεία ή σε ένα τρύπιο πανό που γράφει “ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ” στο περιθώριο μιας φωτογραφίας. Όσο ξεκάθαρο κι αν είναι όμως σε όποια και όποιον δεν διατηρεί φαντασιώσεις αυτοδικαίωσης ότι τίποτα δεν πήγε καλά στο Σύνταγμα, αυτή είναι μια άλλη ιστορία που έχει αναλυθεί εκτενώς αλλού. Αυτό που μας ενδιαφέρει για την ώρα είναι η μοίρα αυτού του πλήθους, το που κατέληξε αυτό το υποκείμενο αφότου το συλλογικό του όχημα διαλύθηκε, λίγο μετά την ικεσία στον πατέρα κράτος να κάνει κάτι επιτέλους για να το σώσει, και της συνακόλουθης αποβολής αυτής της ικεσίας στο κενό.

Μετά το πέρας και της δεύτερης μνημονιακής συμφωνίας, μιας και δεν υπήρχε πλέον άμεσο επίδικο στον ορίζοντα (λόγος διάλυσης που συνάδει βέβαια με το ποιόν του μορφώματος) οι αγανακτισμένοι διαλύθηκαν ξαφνικά όσο είχαν εμφανιστεί. Ακόμα όμως και αν αυτό το υποκείμενο αποσύρθηκε από τις πλατείες μαζί με τα κατσαρολικά και τις μούτζες του, η ιδεολογική του επικυριαρχία και τα αναλυτικά του εργαλεία είχαν έρθει για να μείνουν. Κάτω από την ενορχήστρωση του Γιώργου Τράγκα, του Στέφανου Χίου, του Μπάμπη Χριστόγλου και διάφορων άλλων ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης (για την ακρίβεια όλων όσων δεν είχαν εμπορικές συνδέσεις ζωτικής σημασίας με τη γηραία ήπειρο), ο νέος εθνολαϊκισμός κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος στο δημόσιο πεδίο. Οι αγανακτισμένοι και οι θεσμικοί εκφραστές τους συγκροτούσαν ένα διαταξικό μόρφωμα που, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, ουδέ έναν λόγο έκανε βέβαια περί εξουσίας, τάξης, φυλής και φύλου. Αυτό που συνέβαινε ήταν πως κάποιοι κακοί, ξένοι, είχαν βάλει χέρι στον κρατικό κορβανά-ταΐστρα του ελληνικού λαού και οι “προδότες” του παλιού κατεστημένου τα είχαν κάνει πλακάκια μαζί τους, νομιμοποιώντας αυτή τη ληστρική επιδρομή. Η κέντα του δικομματισμού δήλωνε όρθα-κοφτά πλέον πως τα κουκιά δεν έβγαιναν, συμπέρασμα απαράδεκτο, και έτσι η αναζήτηση των επόμενων μεγάλων ανδρών που θα λύτρωναν το έθνος, που θα επανέφεραν το ελληνικό όνειρο στη μεγαλοπρεπή του πορεία, θα έπρεπε να γίνει στην αντίπερα όχθη. Τι έπρεπε να γίνει; Μα τι άλλο από την επιστράτευση του πολυλατρεμένου και εμπεδωμένου ως μοναδικού για τον αγανακτισμένο-πρώην μικροαστό μέσου διεκδίκησης: Τις εκλογές, και την αλλαγή βάρδιας στο τιμόνι του ελληνικού κράτους. Για καλή τους τύχη, στην απέναντι όχθη υπήρχε κάποιος για να ακούσει ευκρινώς το μήνυμα: Ο ΣΥΡΙΖΑ αναδιαρθρώθηκε, εγκατέλειψε βαθμιαία ένα μεγάλο μέρος του λεξιλογίου και των επιτελέσεων που θύμιζαν την παλιά αριστερά, υιοθέτησε ένα προφίλ με στόχο τον ανθρωπότυπο του αγανακτισμένου πολίτη και όχι μόνο και πούλησε τον εαυτό του ως το κόμμα που θέλει και μπορεί να σταματήσει μια για πάντα αυτόν τον εφιάλτη. Ανεξάρτητα από την κριτική που μπορεί να κάνει κανείς στον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα ρεφορμιστικό αστικό κόμμα με ανέκαθεν επενδύσεις στην πατριωτική ρητορική, οφείλει να αναγνωρίσει ότι η εκλογική του επιτυχία δεν οφείλεται ούτε κατά τη διάνοια στη σύγκλιση του κοινωνικού υποκειμένου στην ελλάδα με παραδοσιακά ιδεολογήματα της αριστεράς τα οποία ασπαζόταν από πάντα: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το κόμμα των αγανακτισμένων, είναι το κόμμα της ενδοβουλευτικής αριστεράς που βρέθηκε στο σωστό μέρος και στη σωστή στιγμή για να μπορεί, μετά το σχετικό λίφτινγκ να βρεθεί στο τιμόνι, να κεφαλαιοποιήσει μια πολιτική καραμπόλα στην καρδιά της οποίας φωλιάζει ένα υποκείμενο που απεχθάνεται την πολιτική, πολλώ δε μάλλον το να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του. Αυτή η συστοιχία ανθρώπων, θεσμών και αγώνων είναι η ίδια που βρίσκεται πίσω από το τωρινό πρόταγμα του “όχι”. Δεν είναι μια εργατική τάξη που διεκδικεί την αυτονομία της, δεν είναι ένα επαναστατικό κόμμα, δεν υποβαστάζεται από ένα δίκτυο δομών αλληλεγγύης, αυτοοργάνωσης, αυτοβοήθειας. Δεν υπάρχει στα σκαριά μια μεσογειακή Τσιάπας, με ανθρώπους έτοιμους να ζήσουν με πολύ λίγα για χάρη της αυτονομίας και της ελευθερίας τους, έτοιμους να βοηθήσουν τους άλλους και να βοηθηθούν από αυτούς. Υπάρχει μόνο ζόφος, έλληνες που πόνταραν στο λάθος άλογο, με όνειρα για αυτούς και τα παιδιά τους που τσακίστηκαν στα βράχια του καπιταλισμού και τώρα ουρλιάζουν: “Χριστέ μου, σώσε μας”.

Αν όχι τώρα, πότε; (Ποτέ.) Αν όχι εμείς, ποιοί; (Εμείς.) Και τα κοινωνικά ζητήματα.

Ακόμα και κάποια ή κάποιος που παρακολουθεί τη μέχρι εδώ ανάλυση, μπορεί να πει: “Καλά όλα αυτά. Αλλά η αποσύνδεση από τον ευρωπαϊκό βραχίονα, η αυτονομία έστω και σε εθνικό επίπεδο και μια άρνηση απέναντι στον καπιταλισικό μηχανισμό, δε θα προσφέρουν επιτέλους ένα γόνιμο έδαφος για τη ριζοσπαστικοποίηση του πληθυσμού; Δεν είναι μια αρχή, δε θα προκαλέσει αυτή η εξέλιξη μια ζύμωση μέσα στην οποία μπορεί να υπάρξει μια κίνηση προς την παραγωγή διαφορετικών, αυτόνομων μορφών ζωής;” Η απάντησή μου σε αυτό το ερώτημα έχει δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά στο συγκεκριμένο ιστορικό ζήτημα και συγκείμενο και χοντρικά είναι: Όσο και το 2011. Το πρόσφατο παρελθόν μας διδάσκει ότι η ολοένα και μεγαλύτερη υποτίμηση της εργασίας, η επέλαση της φτώχιας και της εξαθλίωσης, δεν φέρουν καθόλου τέτοια επακόλουθα. Ο τρόπος με τον οποίο η καπιταλιστική σάρωση έχει επηρεάσει τον ελληνικό πληθυσμό (και βέβαια την εργατική τάξη) είναι το να αναδιαρθρώσει δυσμενώς τον εθνικισμό, να φέρει στον αφρό τη σκατίλα δίνοντάς της θεσμική έκφραση ή, με άλλα λόγια, να ξυπνήσει εθνικιστές όσους κοιμήθηκαν πατριώτες στα νάιντις. Γνώμη μου είναι πως στην ελληνική κοινωνία έχει επέλθει μια περαίωση που δεν έχει στο άμεσο μέλλον γυρισμό, και πως αυτό που περιμένει στη γωνία είναι στην καλύτερη μια επαναφορά σε μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας ή δεξιάς με τα όλα της, και στη χειρότερη μια έκρηξη εθνικισμού με γνωστούς και μη εξαιρετέους πρωταγωνιστές. Νομίζω, τελικά, πως πέρα από φαντασιώσεις κοινωνικής απεύθυνσης, αυτήν την εικόνα ενεργοποίησης αριστερών αντανακλαστικών στα δύσκολα, δεν έχουμε κανέναν λόγο να την πιστεύουμε. Το δεύτερο σκέλος αφορά σε μια επί της αρχής τοποθέτηση απέναντι σε γεγονότα που είναι ή προσιδιάζουν σε επαναστατικά· στις σχάσεις, τις ρήξεις, τις ασυνέχειες που θα γυρίσουν υποθετικά τα πάνω-κάτω και θα φέρουν ένα κοινωνικό αποτέλεσμα που θα είναι σημαντικά διαφορετικό από αυτό που θα παραλάβουν. Πιστεύω λοιπόν, όπως είπα σύντομα και παραπάνω, πως κάθε κοινωνία πατάει επάνω σε ένα υπόστρωμα άρρητων καταφάσεων, αξιωμάτων, σιωπηρών γενικών συμφωνιών που, ως τέτοιες, αποκρύπτονται ως πολιτικές (και που, πέρα ως πέρα, είναι). Χωρίς πρώτα απ’ όλα την επισήμανση, την απο-ορατοποίηση αυτής της συμβολικής δομής, του Μεγάλου Άλλου, και στη συνέχεια τη ρήξη με όσα από τη σημεία τους κριθούν πολιτικά προβληματικά, ένα ξαφνικό, μονολιθικό γεγονός είναι καταδικασμένο να τα αναπαράξει στο ακέραιό τους. Αυτή η δουλειά δε, της απο-ορατοποίησης και της σύγκρουσης με τις προβληματικές υποθέσεις, ακριβώς επειδή είναι βαθιά εγγεγραμμένη στην υπόσταση και την απόλαυση των υποκειμένων που κατοικούν ένα κοινωνικό σύστημα και κατ’ επέκταση ένα πολιτικό παράδειγμα, είναι δουλειά επίπονη, επίμονη, συλλογική. Προϋποθέτει την κατασκευή διαφορετικών μύθων, παραδειγμάτων αντικουλτούρας, συλλογική ζωή και δράση που να απελευθερώνει τα υποκείμενα από τον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτό το σχήμα φυγής από τα αυτονόητα και την κανονικότητα δε μπορεί να το παρακάμψει καμία σχάση, καμία έκρηξη, και φυσικά καμία χρεοκοπία. Ακόμα, το κεφάλαιο, παρ’ ότι μεσολαβείται από υλικότητες με τη στενή έννοια, παραμένει μια κοινωνική σχέση που συνδέει υποκείμενα και δεν διαφεύγει αυτού του σχήματος. Το τελευταίο ίσως στέκει αίολο χωρίς περαιτέρω επιχειρηματολογία, η οποία όμως θα διέφευγε πολύ των σκοπών αυτού του κειμένου.

Μια αξιόλογη αντίρρηση που μπορεί ακόμα να εγερθεί είναι αυτή που αφορά στην εξέλιξη διάφορων κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων, όπως είναι το μεταναστευτικό ή τα LGBTQ+ δικαιώματα την επαύριο του δημοψηφίσματος. Μπορούμε λοιπόν να αφήσουμε κατά μέρος την ιδέα κάποιου ριζοσπαστικού φορέα του “όχι” ή της ριζοσπαστικής του αξιοποίησης αφότου ψηφιστεί, και να ασχοληθούμε αυστηρά εργαλειακά με το ζήτημα, κάνοντας την επιλογή που θα προσφέρει τις καλύτερες, ή τέλος πάντων τις λιγότερο χειρότερες, συνθήκες ζωής σε ανθρώπους που υφίστανται τις συνέπειες της καπιταλιστικής κανονικότητας σε διάφορα σημεία του κοινωνικού επιστητού. Όσον αφορά στο ανταγωνιστικό κίνημα, αυτό το σκεπτικό απευθύνεται σε λίγους, αφού οι περισσότεροι θα το απορρίψουν ως εκ των πραγμάτων λογική της ενσωμάτωσης ή ως έκφραση απατηλού ρεφορμισμού και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Ανάμεσα σε αυτούς τους λίγους είμαι και εγώ, για λόγους που δεν έχω το χώρο να αναπτύξω σε αυτό το κείμενο, και κατά συνέπεια νιώθω την ανάγκη να απαντήσω συγκεκριμένα. Οι λόγοι λοιπόν που εξακολουθώ να υπερασπίζομαι την αποχή απέναντι σε αυτό το επιχείρημα είναι δύο. Πρώτον, πιστεύω πως η εξέλιξη όλων των κοινωνικών ζητημάτων που αφορούν τους ριζοσπαστικούς αγώνες είναι πλήρως μη προβλέψιμη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Το πώς θα μεταβληθούν οι συνθήκες ζωής των μειονοτήτων και των υποκειμένων της υποτίμησης είναι πλήρως άγνωστο αυτή στιγμή, καθότι χαοτικά πολυπαραγοντικό. Τα στρατόπεδα κράτησης, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να αποσυμφορηθούν ή και να κλείσουν αλλά και το ακριβώς αντίθετο, κατά παρόμοιο τρόπο που η ομοφοβική βία θα μπορούσε να αυξομειωθεί βάσει μιας αλυσίδας εξελίξεων που είναι, τουλάχιστον για εμένα αυτή στιγμή, τόσο πολλές και τόσο μη προβλέψιμες, που αδυνατώ να πάρω κάποια σχετική θέση. Ο δεύτερος όμως, και πιο κύριος λόγος, είναι ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κανένα τέτοιο κίνημα μειονοτήτων, κανένας συλλογικός φορέας που να δηλώνει ότι τον εκφράζει οποιαδήποτε από τις δύο απαντήσεις. Θεωρώ πως η μόνη τοπολογική αρχή εντοπισμού της καταπίεσης, όπως και των κινήσεων ενάντια σε αυτή, είναι οι μαρτυρίες και τα βιώματα των ίδιων των υποκειμένων που πάντα βρίσκουν τρόπο να επικοινωνήσουν τι είναι αυτό που θεωρούν πιο κοντά στα συμφέροντά τους. Κατά συνέπεια, αισθάνομαι άβολα να υποδείξω στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση τι συνθήκες ζωής θα τους δημιουργήσει, χωρίς αυτές και αυτούς.

Λίγα λόγια για το “ναι” – Επίλογος

Όσον αφορά στο “ναι”, θεωρώ πως αυτή μπορεί να είναι μόνο μια ψήφος/θέση προς υπεράσπιση του (τουλάχιστον άμεσου) υλικού συμφέροντος σημαντικής (αλλά και διαταξικής) μερίδας του πληθυσμού, ή μια ψήφος/θέση που αφορά την κατ’ εκτίμηση όσων την επιλέξουν καλύτερη δυνατή εξέλιξη των κοινωνικών ζητημάτων που ανέφερα μόλις. Μιας και στη δεύτερη επιλογή απάντησα, θα πω για την πρώτη ότι η επιμονή της προσάρτησης στην Ευρώπη-φρούριο και η προσπάθεια προσαρμογής στα δεδομένα του φιλελεύθερου καπιταλισμού για τη μακροπρόθεσμα πιο ωφέλιμη θέση στον αστερισμό του, δε μπορούν βεβαίως να αποτελούν αιχμή κανενός ριζοσπαστικού κινήματος. Κοινώς αν φοβάσαι καν’ το, αλλά κοινωνικά το υποκείμενο που όχι τυχαία στοιχίζεται πίσω του είναι δημοσιογράφοι περί το ΔΟΛ και οι πολιτικοί-οικονομικοί τους προϊστάμενοι, το σύμπλεγμα της αντιπολίτευσης, ο τύπος με το καφάσι και όλη η τρελοπαρέα του Σταύρου Θεοδωράκη, τεχνοκράτες οικονομολόγοι και μη σε “πολιτική ουδετερότητα”, μικροαστοί σε ενδεχομένως δικαιολογημένο πανικό και διαδηλωτές άνευ ή μετά κολονάτων ποτηριών, σε μια λεκτική αφασία διαφορετικού τύπου από τους αγανακτισμένους.

Συμπερασματικά, όπως ελπίζω να έγινε εμφανές, το παραπάνω κείμενο υπερασπίζεται την αποχή στο κυριακάτικο δημοψήφισμα. Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει για λόγους ιδεοληψίας, αλλά για ιδεολογικούς λόγους αντιεθνικισμού. Μιας και αυτό το έρμο το “όχι” δεν συμπυκνώνει κανέναν αξιόλογο κοινωνικό αγώνα, ούτε και αποτελεί κάποιου είδους αιχμή του, ας αρνηθούμε να αυτοπροσδιοριστούμε σαν έλληνες, ας πετάξουμε στα σκουπίδια την ατζέντα του εθνικού επιβιωτισμού και ας ασχοληθούμε με πιο σημαντικά ζητήματα. Κάποιες και κάποιοι στη χώρα αυτή προσπαθούν ακόμα να προετοιμάσουν την ταξική αντεπίθεση, να γκρεμίσουν τα κέντρα κράτησης και την κανονικότητα, να φτιάξουν κοινότητες αλληλεγγύης και εναγκαλισμού του διαφορετικού. Ας φτιάξουμε τα δικά μας αντιπαραδείγματα. Κάπου στο περιθώριο του έθνους, ας κάνουμε ιστορία.

Αναφορές

[1] https://aruthlesscritiqueagainsteverythingexisting.wordpress.com

[2] http://www.techiechan.com/?p=2458

Advertisements
Χτενιζουμαι

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s