(Με αφορμη το) London Fuck Parade!

Πρώτη δημοσίευση: provo.gr

Όλα τριγύρω αλλάζουνε (κι όλα τα ίδια μένουν): Συνέχειες και τομές του εξευγενισμού

Ας πούμε ότι εγώ, ένας κατά τ’ άλλα μεροκαματιάρης βιοπαλαιστής, έχω ένα χωράφι. Ας πούμε επίσης ότι το χωράφι αυτό είναι άγονο, και ότι βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης τόσο ώστε να μην προσδοκώ κανένα έσοδο από αυτό, να μη με απασχολεί κατά κανένα τρόπο η εκμετάλλευσή του. Ας πούμε, τέλος, ότι το χωράφι αυτό το οικειοποιείται μια οικογένεια Ρομά, η οποία στήνει εκεί ένα κατάλυμα, και κατ’ επέκταση τη ζωή της γύρω από αυτό.

Πέντε χρόνια μετά, οι αστικοί οικισμοί έχουν εξαπλωθεί, και το εν λόγω χωράφι προσαρτάται στο σχέδιο πόλης. Οι ανήκοντες στην ανώτερη μεσαία τάξη απολαμβάνουν τα προνόμια της καπιταλιστικής ανάπτυξης και, όπως έχει συνήθως η ιστορία, επιθυμούν το άκρον άωτον της αυτοπραγμάτωσής τους: ένα σπίτι στα προάστια. Τι ευτυχία λοιπόν, για έναν κλέφτη κάρων ιδιοκτήτη χωραφιών στα προάστια! Αυτό που θα κάνω, το δίχως άλλο, είναι να σπεύσω να επιθεωρήσω το χωράφι, να σιγουρευτώ με κάθε τρόπο ότι οι Ρομά θα εκτοπιστούν από αυτό, και πως το τελετουργικό της συμβολαιογραφικής πράξης μεταβίβασης θα τηρηθεί αλαθεί και απαρέγκλιτα. Σύντομα, το πρώην χωράφι μου θα κοσμεί ένα δημοσιοϋπαλληλικό εξοχικό, με τη χαρακτηριστική πολεοδομική χάρη και αρχιτεκτονική φαντασία που χαρακτηρίζει τα μεσοαστικά πρόαστια.

Το παραπάνω παράδειγμα είναι υποθετικό, μα ο πυρήνας της διαδικασίας που μόλις περιγράφηκε εφαρμόζεται κατ’ επανάληψη εντός του όποιου κοινωνικού πλαισίου χαρακτηρίζεται από προσωπική ιδιοκτησία γης και αγαθών, και εγχρήματες συναλλαγές. Κάτι τέτοιο δε θα έπρεπε να μας προκαλεί έκπληξη: Τα τελευταία δυόμιση χιλιάδες χρόνια, από την εποχή που οι Ρωμαίοι εκτόπιζαν, με μέσα λιγότερο εξευγενισμένα από τα σύγχρονα, Γαλάτες χωρικούς για να χτίσουν πλακόστρωτους δρόμους και στολιστούς τάφους, μέχρι την εποχή που ο ιδιοκτήτης του τελευταίου σπιτιού του προγράμματος κοινωνικής στέγασης του Λονδίνου θα χτυπήσει την πόρτα του τελευταίου νοικάρη για να του ανακοινώσει πως από τον επόμενο μήνα το σπίτι του θα είναι καφέ πώλησης δημητριακών με τριάντα ήδη γάλακτος, οι έχοντες και κατέχοντες εκμεταλλεύονται την αγοραστική τους δύναμη για να αγοράσουν το οικόπεδο ή το κτίριο που θέλουν, και στη συνέχεια να μείνουν εκεί ή να στεγάσουν εκεί την επιχείρησή τους. Στην τελευταία της ποιοτική φάση, όταν εκείνη λαμβάνει χώρα στον σύγχρονο δυτικό κόσμο και εμφορείται συγκεκριμένα πολιτιστικά σημαίνοντα, η διαδικασία αυτή ονομάζεται gentrification (ελληνιστί εξευγενισμός).

Μπορεί λοιπόν τα μέσα του νέου εξευγενισμού να μην περιλαμβάνουν ασπίδες και λόγχες, είναι όμως εξίσου, αν όχι περισσότερο αποτελεσματικά. Στο μήκος και το πλάτος της Ευρώπης, για παράδειγμα, εργολαβικές επιχειρήσεις κατασκευής πολυτελών διαμερισμάτων, γραφείων και χώρων διασκέδασης αγοράζουν [συχνά υπό την αιγίδα κάποιου κρατικού προγράμματος (1, 2) και εξαναγκάζοντας τους ιδιοκτήτες να πουλήσουν] διαμερίσματα, κτίρια συχνά ακόμη και ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία θα αποτελέσουν κατοικίες ιδιοφυών σχεδιαστών, προγραμματιστών εφαρμογών για ηλεκτρονικές πλατφόρμες, χρηματιστών σε επενδυτικές τράπεζες, και τους συνακόλουθους χώρους εστίασης (1, 2) κοινωνικοποίησης (1, 2) και διασκέδασής τους (1, 2, 3). Οι χώροι αυτοί αναμενόμενα αποτελούν την πραγμάτωση αυτού που κοινά εκλαμβάνεται ως η σχεδιαστική, αρχιτεκτονική, και εννοιακή πρωτοπορία της εκάστοτε εποχής, με τους άξονες της μεταμοντέρνας δικής μας να είναι το μίνιμαλ, το ευέλικτο και το επιμελώς αφρόντιστο/παρωχημένο, όπως και το γλυκούλι/uncool (αλλιώς γνωστό και ως hipster). Δύο λοιπόν πράγματα είναι χαρακτηριστικά της πιο πρόσφατης φάσης της χωροταξικής ανακατάταξης που προξενεί το κεφάλαιο: Πρώτον, η ποσοτική της έκρηξη (όσον αφορά το Λονδίνο, μέχρι το σημείο που η πόλη κινδυνεύει να χάσει τελείως αυτούς που κάνουν τις δουλειές που κανείς άλλος δε θέλει να κάνει) και, δεύτερον, η πολιτιστική της περιβολή.

Είναι λοιπόν σαφές πως ο όρος “εξευγενισμός” ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά της εποχής, και άρα είναι χρήσιμος στο βαθμό που επιθυμούμε να ξεχωρίσουμε το τελευταίο αυτό κομμάτι ενός κεφαλαϊικού συνεχούς, και να το παρουσιάσουμε, να το βάλουμε στο στόχαστρο ως ένα σύγχρονο φαινόμενο με τα ιδιαίτερα οικονομικά και πολιτιστικά του χαρακτηριστικά (και υπάρχουν καλοί λόγοι να κάνει κάτι τέτοιο κανείς, οι οποίοι θα αναλυθούν αυθωρεί και παραχρήμα – για την ώρα ας αρκεστούμε μόνο να αναφέρουμε ότι, μέσα στην παραδοξότητα του σύγχρονου πολιτικού τοπίου, όσο πιο μικρό είναι κάτι τόσο πιο εύκολα το στοχεύεις). Παρ’ όλα αυτά, ο όρος είναι δυνητικά εξίσου βλαβερός, στο βαθμό που μας κάνει να ξεχνάμε – και δεν πρόκειται ούτε περί μίας αθώας, ούτε περί μιας τυχαίας λησμονιάς (βλ. παρακάτω) – ότι το κοινωνικό αποτέλεσμα που δείχνει η λέξη εξευγενισμός είναι εγγενώς γραμμένο, δομικά χτισμένο μέσα στα θεμέλια του νεοφιλελευθερισμού και όσα εκείνος συνεπάγεται· πως αποτελεί μια επόμενη συνέπεια του αθροίσματος του νόμου της ζήτησης και της μειωμένης κρατικής παρεμβατικότητας, και πως δε χρειάζεται κανένα κακό ραβδί κατευθυνόμενο από μυστηριώδη σκοτεινά κέντρα για να κατευθύνει τις εξελίξεις.

Πάλι όσον αφορά το Λονδίνο [αλλά και τις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις, εκτός εν μέρει του Βερολίνου (όπου το κράτος συγκρατεί με δική του πρωτοβουλία τα ενοίκια κάτω από ένα ορισμένο όριο)], είναι εύκολο να δούμε το πώς: Η καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, ενώ βασίζεται αφ’ ενός σε υψηλά αμοιβόμενες υπηρεσίες εκπαίδευσης και σε επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και απασχόλησης προσωπικού υψηλής εξειδίκευσης και μισθολογικής κλίμακας (και όχι, όπως λ.χ. στην Ινδία, σε επιχειρήσεις έντασης εργασίας – χαμηλής μισθοδοσίας). Συνακόλουθα, η συγκέντρωση πολλών τέτοιων φοιτητών/καθηγητών και υπαλλήλων/στελεχών σε ένα από τα δύο-τρία κέντρα του κόσμου όσον αφορά αυτή την επιχειρηματικότητα, φέρνει και την αύξηση της ζήτησης για τον τρόπο ζωής που ανταποκρίνεται στο μισθολόγιο: για πολυτελείς κατοικίες, γραφεία, κέντρα διασκέδασης και όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Ο ανατροφοδοτούμενος αυτός καπιταλιστικός κύκλος κλείνει με την συνεχώς αυξανόμενη επένδυση των επιχειρήσεων που καλύπτουν αυτές τις ανάγκες στην ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου, και τον επόμενο εκτοπισμό των χαμηλόμισθων και της εργατικής τάξης σε κάποια διαρκώς μετατοπιζόμενα προάστια (ενδεικτικά, περιοχές που βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη της μίας ώρας με τα ΜΜΜ από το κέντρο του Λονδίνου, θεωρούνται πλέον προάστια της πόλης). Και αυτό είναι φυσικά κάτι που συμβαίνει από την αυγή του καπιταλισμού σε περιοχές στις οποίες τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα θέλουν να μετακινηθούν (εκτός φυσικά αν το αποτέλεσμα συγκρατείται από το κράτος ή από κάποιον κοινωνικό αγώνα) Για του λόγου το αληθές, ας παραθέσουμε έναν μουσάτο κύριο που προσδίδει συνήθως ένα κάποιο κύρος στα κινηματικά μας γραπτά:

“Οσοδήποτε διαφορετικοί και να είναι οι λόγοι, το αποτέλεσμα είναι παντού το ίδιο: τα σκανδαλώδη και κακόφημα σοκκάκια εξαφανίζονται κάτω από το βάρος της μπουρζουζίας που χαϊδεύει τα ίδια της τα αυτιά για το μεγάλο της κατόρθωμα – αλλά εκείνα εμφανίζονται πάλι κάπου αλλού, και συχνά στη διπλανή γειτονιά.”

Φρίντριχ Ένγκελς, 26 Ιουνίου 1872 – The Housing Question

Κάνοντας το γενικό συγκεκριμένο (και τι χάνεται στη μετάφραση)

Μέχρι στιγμής δείξαμε πως ο εξευγενισμός είναι ταυτόχρονα διακριτό, αλλά και σε συνέχεια με την καπιταλιστική ανάπτυξη φαινόμενο. Σε αυτό λοιπόν το σημείο πρέπει να αναγνωρίσουμε εξίσου πως, περισσότερο ο βορειοευρωπαϊκός και αμερικάνικος και λιγότερο ο εγχώριος, κινηματικός λόγος αναγνωρίζει περισσότερο τη διακριτή, παρά τη συνεχή υπόσταση του εξευγενισμού. Πράγματι, αν κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε, τότε ο όρος δεν θα εμφανιζόταν καν (και δη τόσο συχνά) στο κινηματικό λεξιλόγιο, και η παύση του ως φαινόμενο θα μετατίθετο στο επέκεινα της καπιταλιστικής πάλης, στην παύση του καπιταλισμού και των μετασχηματιστικών λειτουργιών του κεφαλαίου. Είναι αυτή η κίνηση, επί της αρχής και μεθοδολογικά αδόκιμη; Κάθε άλλο. Η επισήμανση συγκεκριμένων εκφάνσεων και πυκνώσεων της εξουσίας επιτρέπει τη διεξαγωγή εδαφικοποιημένων αγώνων, όσο και την ανάπτυξη (τουλάχιστον κατά μία διάσταση – αυτή που αφορά τον αγώνα που δίνουν) τοπικών αντιεξουσιαστικών κοινοτήτων. Μέσα στο γίγνεσθαί τους, οι κοινότητες αυτές (έχουν ιστορικά αποδείξει πως μπορούν και να) ριζοσπαστικοποιούν τα υποκείμενα που μετέχουν σε αυτές, και στην ελπιδοφόρα τους εκδοχή επεκτείνουν τα όρια των κινημάτων, διεξάγοντας έναν διπλό αγώνα: Αφ’ ενός στο εσωτερικό τους, για τον υπερκερασμό του ίδιου τους του εαυτού και των εξουσιαστικών ροών εντός τους, αφ’ ετέρου εξωτερικά και εκ του αντιθέτου οριζόμενες τόσο σε σχέση με τον αντίπαλό τους όσο και από το ιστορικό αποτύπωμα που καταφέρνουν να αφήσουν (τι καταφέρνουν να πετύχουν απέναντι σε αυτόν τον αντίπαλο· ποιό δίκαιο – γραπτό ή άγραφο – καταφέρνουν να παράξουν).

Μερικά απλά και πρόσφατα παραδείγματα αγώνων μάλλον θα πείσουν για τον σχεδόν τετριμμένο χαρακτήρα αυτής της θέσης: Οι εγχώριοι αγώνες στις Σκουριές Χαλκιδικής ενάντια στα μεταλλεία χρυσού και στο Χαλάνδρι ενάντια στον ξεριζωμό των κοινοτήτων των Ρομά, οι αγώνες ενάντια στα κέντρα κράτησης σχεδόν παντού στη δύση, οι αγώνες ενάντια στην απαίτηση ψυχιατρικής βεβαίωσης για την πραγματοποίηση αλλαγής φύλου ή έκτρωσης στη Γερμανία και στην Αγγλία, ο αγώνας ενάντια στην κατασκευή ενός υπερσύγχρονου (και μαζικά άχρηστου) σιδηροδρομικού δικτύου στην Ιταλία (NO TAV), οι αγώνες των μαύρων φοιτητών ενάντια στην προσπάθεια διάλυσης των συλλογικοποιήσεών τους στα αμερικάνικα πανεπιστήμια, είναι όλα παραδείγματα αγώνων μέσα στις επί μέρους πτυχώσεις των εξουσιών της φυλής, του φύλου και της τάξης. Είναι, επίσης, αγώνες πίσω από τους οποίους (φαντάζομαι ότι) θα ήθελε να σταθεί οποιοδήποτε ριζοσπαστικό κίνημα σήμερα.

Αυτά, περιληπτικά για τη σημαντικότητα της εδαφικοποίησης και της άντλησης του μερικού από το συγκεκριμένο. Εξίσου σημαντικό βέβαια είναι και το στοιχείο της συνέχειας ως το συμπληρωματικό της ήμισυ, αφού είναι εκείνο που εγγυάται, όταν την εγγυάται, τη ριζοσπαστική αεικινησία των κινημάτων: το διαρκή (ανα)στοχασμό για το λόγο και τη δράση τους και τη διαρκή (αυτο)υπενθύμιση για την τοποθέτηση αυτών σε δύο επίπεδα αφαίρεσης: Πρώτον, στο επίπεδο που αυτά παράγονται ως αντίθετες κινήσεις σε γενικότερες μορφές εξουσίας (φύλο, φυλή, τάξη – λ.χ. ο προσανατολισμός του εκάστοτε συνδικαλιστικού αγώνα όχι στη συντεχνειακότητα αλλά στον ορίζοντα της κατάλυσης της ταξικής εκμετάλλευσης και της εργατικής τάξης ως τέτοιας). Δεύτερον, στο επίπεδο που αυτές οι γενικότερες εξουσίες συμπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται και στο βαθμό που η αντίληψη αυτή αυξάνει τη συμπεριληπτικότητα των κινημάτων [η εμπειρία και η επισφάλεια, π.χ. της λεσβίας δασκάλας ή ο χαμηλότερος κατά κανόνα μισθός των μαύρων δασκάλων (να) είναι αξεδιάλυτα στον συνδικαλιστικό αγώνα στα σχολεία].

Οι ως εδώ σκέψεις, αλλά κυρίως το γιατί αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι εξαιρετικά σημαντικό, θα είναι ελπίζω χρήσιμα εργαλεία για την εξαγωγή κινηματικά χρήσιμων συμπερασμάτων αναφορικά με όσα συνέβησαν στις 26 Σεπτεμβρίου στο Λονδίνο, στην άκρως εξευγενισμένη γειτονιά του Shoreditch, από τύπισσες και τύπους με μεγάλη έλλειψη αστικής ευγένειας.

London Fuck Parade! 3

Το Fuck Parade! παίρνει το όνομά του από ένα αντίστοιχο εγχείρημα που ξεκίνησε όχι λιγότερα από δεκαοχτώ χρόνια πριν στο Βερολίνο (Fuckparade), ως μια ετήσια καλοκαιρινή τέκνο διαδήλωση ενάντια στην εμπορευματοποίηση της κουλτούρας και των δημόσιων χώρων. Αν και ποτέ δεν υπήρξε ιδιαίτερα ριζοσπαστικό δρώμενο (καθώς αποτελούσε μετεξέλιξη του Love Parade, παρέλαση από το 1989 και έπειτα προς τιμήν του Βερολινέζου DJ Dr. Motte ανήμερα των γενεθλίων του – ενός συμπαθέστατου κυρίου που κατά τ’ άλλα το 1995 δήλωσε πως “μισό αιώνα μετά το Ολοκαύτωμα, οι Εβραίοι πρέπει ν’ αλλάξουν δίσκο και να σταματήσουν την κλαψομουνίαση”), το Fuckparade (του Βερολίνου) έχει πλέον διολισθήσει ολοκληρωτικά στην εμπορευματοποίηση και την ενσωμάτωσή στο θέαμα, αφού αποτελεί από κύρια τουριστική ατραξιόν και άρθρο στην Guardian μέχρι πεδίο πανεπιστημιακών κοινωνιολογικών ερευνών και μέρος συνεύρεσης Γερμανών ναζί και φρικιών που, απαλλαγμένοι από τα βαρίδια της ιδεολογίας μπορούν, έστω για μια μέρα, να γίνουν λιώμα αγκαλιά, έμπλεοι στον βασικό σωλήνα τροφοδοσίας του βούρκου της Ευρώπης, το γερμανικό αίσθημα ομοψυχίας. Σε κάθε περίπτωση, η διακρίβωση της διαδικασίας που έπαιξε ρόλο στη γέννεση ενός πράγματος (το Fuckparade του Βερολίνου) δε μας επιτρέπει να κατανοήσουμε εξ’ ολοκλήρου το ίδιο το πράγμα (το Fuck Parade! του Λονδίνου), ούτε και τη λειτουργία του σε κάποιο άλλο συγκείμενο, οπότε δεν υποστηρίζω σε καμία περίπτωση ότι αυτά αρκούν για την απόρριψη του λονδρέζικου δρώμενου, αλλά ούτε και υποστηρίζω μια τέτοια εξ’ ολοκλήρου απόρριψη. Θεωρώ όμως ότι είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε πως το εγχείρημα για το οποίο συζητάμε υιοθετεί χωρίς καμία κριτικότητα το όνομα ενός άλλου εγχειρήματος, της χειρίστου υποστάθμης.

Το λονδρέζικο Fuck Parade! λοιπόν αποτελεί μια πορεία ενάντια στον εξευγενισμό που διοργανώνεται κάθε δύο περίπου μήνες σε διαφορετικά μέρη του Λονδίνου. Έχει κατά κανόνα τη μορφή ενός πάρτυ δρόμου και μικρή συμμετοχή (γύρω στα 50 άτομα), με τον κόσμο που συμμετέχει και την πλατφόρμα πάνω στην οποία στήνονται μεγάλα boom boxes να κάνουν έναν γύρο διάρκειας μια περίπου ώρας της εκάστοτε γειτονιάς, φωνάζοντας συνθήματα, ρίχνοντας βεγγαλικά και ενίοτε καίγοντας ομοιώματα μπάτσων. Στόχος του είναι η agitprop (επιθετική προπαγάνδα), η διάχυση της δημόσιας και δωρεάν κουλτούρας δρόμου και διασκεδάσης και εμβληματικά του στοιχεία αποτελούν η breakcore μουσική και οι ρετρό αφίσες. Εκείνο που έκανε το Fuck Parade! διάσημο παγκοσμίως πρόσφατα ήταν η επίθεση, κατά τη διάρκεια της τρίτης και πιο πρόσφατης πορείας, με μπογίες και βαστάζοντας φλεγόμενους πυρσούς, μέρους των διαδηλωτών στο hipster καφέ Cereal Killer (ΤΡΟΜΕΡΟ ΑΣΤΕΙΟ ΠΑΙΔΙΑ ΜΠΡΑΒΟ), το οποίο εμπορεύεται μπωλ δημητριακών με διάφορες ποικιλίες γάλακτος προς τέσσερις και μισή λίρες το ένα, σε μια περιοχή όπου μέχρι πρότινος ο μέσος μηνιαίος μισθός δεν ξεπερνούσε τις χίλιες λίρες. Γενικώς το όλο συμβάν σόκαρε τη βρετανική κοινωνία, αφού δεν συμβαίνει συχνά μικρές πορείες στο κέντρο του Λονδίνου να αφήνουν στο πέρασμά τους σπασμένες βιτρίνες, καμένα ομοιώματα γουρουνόμπατσων και θραύσματα από πέτρες που είχαν προηγουμένως χρησιμοποιηθεί εναντίον των μπάτσων. Πέρα όμως από τις μέχρι σταγόνας αναμενόμενες αντιδράσεις της πλειοψηφίας ενός λαού που έχει εκλέξει πρωθυπουργό του τον Ντέιβιντ Κάμερον, μετά την επίθεση άρχισε και στον αγγλικό αριστερό και α/α χώρο ένας διάλογος χοντρικά δύο αξόνων. Ο πρώτος αποτελούσε το ερώτημα “είναι άραγε οι ανεξάρτητες και (σχετικά) μικρές επιχειρήσεις των εξευγενισμένων περιοχών ο εχθρός;”. Ενώ ο δεύτερος ήταν η αναζωπύρωση του προϋπάρχοντος ερωτήματος “τι σόι πολιτική είναι η πολιτική ενάντια στον εξευγενισμό;”.

Καταλήγοντας αυτό το κείμενο και φέρνοντας στην κουβέντα όσα ειπώθηκαν παραπάνω, θα προσπαθήσω να απαντήσω τα δύο αυτά ερωτήματα, όπως και να επισημάνω τις επιπλέον προβληματικές του ερωτήματος που η καθήλωση στα δύο αυτά ερωτήματα αποκρύπτει. Απαντώντας λοιπόν στο εύκολο πρώτο ερώτημα, φυσικά και ο εχθρός αποτελείται (και) από τα μικρά αφεντικά και τη μικρή επιχειρηματικότητα. Όχι μόνο στο Χόξτον, όπου η γειτονική παρουσία της Γκολντμαν-Σαξ κάνει το εν λόγω καφέ να φαντάζει επιχείρηση (του οποίου το μηνιαίο κόστος λειτουργίας ανέρχεται σε αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες λίρες) “μικρού βεληνεκούς”, αλλά και στο Πέκαμ, στο Μπρίξτον (σχετικά φτωχές περιοχές του Λονδίνου την ώρα που γράφεται το κείμενο με σοβαρές επιφυλάξεις αν θα διατηρούν αυτόν τους τον χαρακτήρα την επόμενη το πρωί), αλλά και στη Βικτώρια, στα Πατήσια και στο Πέραμα. Η μικρή – ας πούμε – επιχειρηματικότητα είναι αναπόδραστα επιχειρηματικότητα, βασίζεται στην απόσπαση υπεραξίας και, όπως γνωρίζουμε από παλιά, το κεφάλαιο δεν διαιρείται σε καλό και κακό, ευγενικό και αγενές, πρόσχαρο και βλοσηρό. Όσον αφορά ιδιαίτερα την περίπτωση του λονδρέζικου εξευγενισμού, η “μικρή” επιχειρηματικότητα συντελεί το δικό της μερίδιο στον εκτοπισμό της εργατικής τάξης και στη μετατροπή του αστικού τοπίου σε έναν ομογενοποιημένο αχανή βάλτο, με εναλλάξιμες εστίες καταναλωτικής πρωτοπορίας εκεί που προηγουμένως άνθιζαν πολυεθνικές εργατικές κοινότητες.

Όσον αφορά το δεύτερο και πιο δύσκολο ερώτημα, η δική μου απάντηση είναι ότι η πολιτική ενάντια στον εξευγενισμό διατηρεί τη χρησιμότητά της (των εδαφικοποιημένων και συγκεκριμένων αγώνων που αναλύθηκε παραπάνω) μόνο στο βαθμό που δεν ξεχνά την προσάρτησή της με λόγο και πράξη σε έναν ευρύτερο αντικαπιταλιστικό αγώνα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη ολιγωρία του Fuck Parade!, μια όχι και τόσο αθώα αδυναμία που διαμορφώνει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης εξαιρετικά προβληματικών στοιχείων εντός του. Παρ’ όλο που το Fuck Parade! διοργανώνεται από τη συλλογικότητα Class War (Ταξικός Πόλεμος), εκείνο που φαίνεται να λείπει είναι ακριβώς η ξεκάθαρη ανάγνωση του εξευγενισμού ως αναπόδραστη συνέπεια του νεοφιλελευθερισμού όπως αυτή αναφέρθηκε παραπάνω. Και αυτή η παράλειψη δεν είναι τόσο αθώα, διότι πηγάζει από το γεγονός ότι σε μία πόλη που σφίζει από καριερίστες και τυχοδιώκτες και χαρακτηρίζεται από κατακρημνισμένους δημόσιους χώρους και μια καπιταλιστική φρενίτιδα που όμοιά της δεν έχει δει η δύση (πιθανώς με την εξαίρεση της Νέας Υόρκης) όπως το Λονδίνο, ένας λόγος που θα πριμοδοτούσε τη ριζική ανατροπή του κεφαλαίου και την εν γένει αντικαπιταλιστική πάλη μπορεί να υπάρξει στο δημόσιο χώρο, να εκλειφθεί από την πλειοψηφία των κατοίκων του μόνο ως γραφικός και ανεκδιήγητος. Έτσι, πολλά κινηματικά εγχειρήματα έχουν επιλέξει να τονίσουν τη μερικότητα και τον μοναδιαίο/μοναδικό χαρακτήρα των συγκεκριμένων φαινομένων ενάντια στα οποία αγωνίζονται και να υποσκελίσουν (έως και να αποκρύψουν) το βαθμό της οντολογικής τους συνέχειας με βαθιά ριζωμένες εξουσίες. Σε αυτή την προσπάθεια κοινωνικής απεύθυνσης, εμπλέκουν τους εαυτούς τους σε μια διαλεκτική διαδικασία με μια κοινωνία ασύγκριτα μεγαλύτερης σε αριθμό και σε τεράστιο βαθμό ρητής ή άρρητης ιδεολογικής περαίωσης. Κατά ένα γνώριμο μοτίβο (που εγχώρια το είδαμε και στο Σύνταγμα), εκείνο που συμβαίνει είναι ότι τα εγχειρήματα αυτά όχι μόνο δεν παίρνουν ένα κατά διάνοια υπολογίσιμο μέρος της κοινωνίας με το μέρος τους, αλλά ανοίγουν χώρο για την εγκαθίδρυση των διακυβευμάτων που τα ίδια θέτουν, ως αυτόνομα πεδία κανονιστικής αντιδραστικότητας. Πράγματι, διαβάζουμε στη σελίδα του Fuck Parade! 3, στην προκηρυκτική ανακοίνωση της δράσης (προσωρινά εκτός δικτύου για λόγους ασφαλείας):

“Η κοινότητά μας μαστίζεται από την εισβολή Ρώσων ολιγαρχών, Σαουδάραβων σεϊχηδων, Ισραηλινών καθαρμάτων, Τεξανών πετρελαιάδων και ψηλομύτηδων αποφοίτων του Ίτον (…)”

Όλα αυτά σε μία Αγγλία που στις ευρωεκλογές του Νοεμβρίου του 2014 ανέδειξε το εθνικιστικό UKIP σε πρώτη δύναμη, σε ένα Λονδίνο που μόλις χθες είδε ένα (ακόμα) τζαμί να τυλίγεται στις φλόγες μετά από επίθεση εθνικιστών, σε μια γειτονιά που όσες και όσοι επωμίζονται το βάρος του εξευγενισμού είναι κατά κανόνα μη αγγλικής καταγωγής. Για το Fuck Parade! δεν αρκεί το ότι το κεφάλαιο είναι απλώς κεφάλαιο. Αυτό πρέπει να εθνικοποιηθεί και να αποκτήσει τελευταία από όλες την εγχώρια εθνικότητα, ώστε να μπορούν να προσαρτηθούν σε αυτό όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν οι θεωρίες συνωμοσίας αντισημίτικης και ισλαμοφοβικής υφής επιπέδου Πάνου Καμμένου. Κάπως έτσι, χάριν μιας απέλπιδας προσπάθειας προσέλκυσης δημοτικότητας έχουν βρει το δρόμο τους σε έναν κατά τα άλλα αξιοσέβαστο αγώνα (και σίγουρα από τους απειροελάχιστους που αποτελούν ρήξεις με όρους πολιτικής βίας και μη ενσωμάτωσης και εμπορευματοποίησης σε αίθουσες πανεπιστημίων) του λονδρέζικου α/α χώρου, απηχώντας ποιοτικά την ολοκληρωτική σαπίλα που κατέκλυσε τους Γερμανούς ομόλογούς τους εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.

Επίλογος

Συμπερασματικά, λοιπόν, το London Fuck Parade! είναι, για εμένα, μια γενναία προσπάθεια αγκυροβόλησης ενός αγώνα υπό τις πιο δύσκολες συνθήκες για κάτι τέτοιο σε όλη την Ευρώπη. Θα μπορούσε, αν επιμείνει στα ριζοσπαστικά του χαρακτηριστικά, να φτιάξει μια συμπεριληπτική εστία αντικουλτούρας με τη συμμετοχή αυτής της τεράστιας μερίδας πληθυσμού που έχει άμεση και επιτακτική ανάγκη έναν τέτοιον αγώνα. Αντίθετα, όσο επιμένει σε μια ρητορική που φλερτάρει επικίνδυνα με τη ρητορεία της ξενικής εισβολής, θα αποξενώνει τα ριζοσπαστικότερά του στοιχεία και, ακόμα και αν πετύχει τη δημοτικότητα που κρυφά πού και πού επιθυμεί, θα καταλήξει να είναι ένα όχημα λαϊκισμού που θα ψάχνει τον εχθρό του στο πρόσωπο των Ισραηλινών και των Σαουδαράβων, και όχι στο σχηματισμό του κεφαλαίου.

Advertisements
(Με αφορμη το) London Fuck Parade!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s