Κανε με κρατος, να σε κανω προφητη

Πρώτη δημοσίευση: provo.gr

Βόρεια Ευρώπη: Σημειώσεις για έναν πόλεμο (που δεν είναι) με ένα κράτος (που είναι και παραείναι).

Το κείμενο γράφτηκε εξ αδιαιρέτου μαζί με την parallax.

Στις 3 Δεκεμβρίου του 2015, λίγο μετά τις επιθέσεις στη χερσόνησο του Σινά, τη Βυρηττό και το Παρίσι, οι ταγοί του αγγλικού κράτους ψήφισαν υπέρ της πολεμικής επέμβασης στη Συρία. Ανάμεσα στους υπερψηφίζοντες βρίσκονταν και 66 βουλευτές του Εργατικού Κόμματος, της υποτιθέμενα περίπου κομμουνιστικής ηγεσίας του Τζέρεμι Κόρμπιν. Δύο ημέρες μετά, στις 5 Δεκεμβρίου, ο Μουχαντίν Μάιρ, ένας 29χρονος Άγγλος με ιστορικό ψυχικής ασθένειας, επιτίθεται με μια κατάνα σε έναν 56χρονο, στο σταθμό του τρένου της συνοικίας Λέιτον στο Λονδίνο. Κάποιος ανώνυμος περαστικός του φωνάζει “αδερφέ, δεν είσαι μουσουλμάνος εσύ” (“you ain’t no Muslim, bruv” – μετέπειτα δημοφιλέστατο hashtag στο twitter παγκοσμίως), ενώ οι ως άνω αναφερόμενοι ταγοί, μηδενός εξαιρουμένου, εκφράζουν σοκ και δέος για το περιστατικό, το οποίο κατηγοριοποιείται ως τρομοκρατική επίθεση. Ακολούθως, σε όλο το Λονδίνο, μια πόλη που παραδοσιακά δεν αντιδρά όσο σκατά θα περίμενε κανείς σε επθέσεις που κοινά ιδώνονται ως πράξεις ισλαμικής τρομοκρατίας, αρχίζει ένα αυξανόμενης έντασης μπαράζ (1, 2) ισλαμοφοβικών επιθέσεων, κυρίως εντός των μέσων μαζικής μεταφοράς. Πέρα όμως από τα γεγονότα του Λονδίνου, και το FBI χαρακτηρίζει τρομοκρατική μια επίθεση στο Σαν Μπερναντίνο της Καλιφόρνια στις 2 Δεκεμβρίου, λίγο αφότου ξεκαθαρίζεται ότι οι δράστες είναι τελικά αραβικής καταγωγής. Ένας οχετός παραληρηματικών ρατσιστικών επιθέσεων ακολουθεί το γεγονός και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού.

Ύστερα από όλα αυτά, τα κομμάτια του ανταγωνιστικού κινήματος που εδράζονται στη βόρεια Ευρώπη βρέθηκαν καταμεσής ενός κατακλυσμού δηλώσεων από κάθε πολιτική μπάντα σχετικά με το ζήτημα – τον πόλεμο δηλαδή, και την συν αυτώ τρομοκρατία. Κυρίως, βρέθηκαν μπροστά στη γενική ανάγνωση της Δύσης για το Ισλαμικό Κράτος, και διαπίστωσαν με αμηχανία ότι, μεταξύ άλλων, η αντίστοιχη ανάγνωση του πλειοψηφικού κομματιού της κοινοβουλευτικής αριστεράς ταυτιζόταν απολύτως μαζί της. Δραστηριοποιούμενοι εδώ και κάποιο καιρό στο αντιεξουσιαστικό κίνημα της Αγγλίας, οι συγγραφείς του κειμένου προβληματιστήκαμε σχετικά με τη δική μας θέση μέσα σε αυτή τη συγκυρία, και αποφασίσαμε να κάνουμε τη δική μας έρευνα. Αρχικά, αντιπαραβάλλαμε τη χοντρική εικόνα της Δύσης για το Ισλαμικό Κράτος με αυτή του ίδιου του Ισλαμικού Κράτους για τον εαυτό του, όπου και διαπιστώσαμε σημαντικές αποκλίσεις και ενδιαφέρουσες συγκλίσεις. Στη συνέχεια, και έχοντας αξιωματικά στο μυαλό μας πως η πολιτική εργαλειακότητα είναι μάλλον ενδημική σε τέτοιου είδους, πολιτικά σημαντικές, ερμηνείες και παρερμηνείες, αποφασίσαμε να τις εξερευνήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος, με γνώμονα τη διαπίστωση της πολιτικής τους λειτουργίας. Σε αυτή τη βάση, τέλος, σκεφτήκαμε την προοπτική του δικού μας λόγου και δράσης εντός της τρέχουσας συγκυρίας.

Ι. Μικρό εγχειρίδιο ανέγερσης ενός κράτους

Σε σχετικό άρθρο του στο περιοδικό Jacobin, ο Άνταμ Χανιέ, αναλυτής με κύριο ερευνητικό ενδιαφέρον το σύγχρονο καπιταλισμό στη Μέση Ανατολή, προσφέρει μια μεστή και τεκμηριωμένη ιστορία της ανάδυσης και της λειτουργίας του Ισλαμικού Κράτους. Κατά τον Χανιέ λοιπόν, το “πέρα ως πέρα μοντέρνο” εγχείρημα του Ισλαμικού Κράτους είναι άμεσο απότοκο πολιτικών (και ως εκ τούτου ενδεχομενικών/μη ντετερμινιστικών) αποφάσεων, που στο κέντρο τους έχουν τη μεθοδευμένη αποτυχία των κινημάτων της Αραβικής Άνοιξης και την περιθωριοποίηση πολλών και σημαντικών, μειονοτικών και μη, πληθυσμών του αραβικού κόσμου μετά τις στρατιωτικές επεμβάσεις στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Οι βασικοί παίκτες στην ανάλυση του Χανιέ είναι αφ’ ενός τα χίλια πρόσωπα του δυτικού ιμπεριαλισμού, η συνομοσπονδία κρατών του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Κουβέιτ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Κατάρ) και οι θιασώτες της στελέχωσης ενός κάποιου ισλαμικού κράτους (το οποίο μέχρι πρότινος σήμαινε τα διάφορα παρακλάδια και μορφές της Αλ Κάιντα). Αφ’ ετέρου, στην αντίπερα όχθη, στέκει το μικτό κοινωνικό υποκείμενο – φορέας των αραβικών εξεγέρσεων.

Χωρίς να ομογενοποιεί τον πληθυσμό της Μέσης Ανατολής σε ένα ενιαίο υποκείμενο που στερείται οποιαδήποτε δυνατότητα λήψης πολιτικών αποφάσεων και διέπεται μόνο από μία “αντανακλαστική ισλαμοποίηση” υπό το βάρος του δυτικού ιμπεριαλισμού, ο Χανιέ ξεκινά την πολυπαραγοντική αυτή ιστορία της ανάδυσης του Ισλαμικού Κράτους από το σημείο της στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράκ το 2003. Όπως γράφει, την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσείν ακολούθησε μια μακρά και επίμονη προσπάθεια ξηλώματος ολόκληρου του κομματικού μηχανισμού των Μπα’αθιστών, διαδικασία η οποία συμπεριλάμβανε, εκτός από το σύνολο των θεσμών, και τους ίδιους τους ανθρώπους που σχετίζονταν έστω και περιφερειακά με το κόμμα. Αν τώρα λάβει κανείς υπόψη ότι ο ίδιος ο Σαντάμ είχε ορίσει τη δήλωση πίστης στο κόμμα ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόσληψη στις περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες, τότε προκύπτει άμεσα το συμπέρασμα πως ένα τεράστιο κομμάτι του πληθυσμού (κυρίως Σουνίτες Άραβες, που αποτελούσαν πλειοψηφικά τον κορμό υποστηρικτών του Σαντάμ) βρέθηκε άνεργο, εν πολλοίς αποκλεισμένο από την οικονομική ζωή της χώρας, και χωρίς σημαντικές προοπτικές αντιστροφής της κατάστασης. Και δεν ήταν μόνο αυτό: η μαζική απόλυση χιλιάδων γιατρών, δασκάλων και τόσων άλλων εργαζόμενων σε πόστα του δημοσίου σήμαινε πρακτικά την πλήρη αποσάθρωση ενός κράτους ήδη εξερχόμενου από δεκαετίες καταστροφών και οικονομικού στραγγαλισμού.

Η περιθωριοποίηση των Σουνιτών, συνεχίζει ο Χανιέ, δεν έγινε αισθητή μόνο στην οικονομική σφαίρα. Τη μαζική ανεργοποίηση ακολούθησε μια αντίστοιχης μαζικότητας πολιτική, που αφορούσε αυτή τη φορά τον μαζικό εγκλεισμό όσων από τους Σουνίτες θεωρήθηκαν απειλή για το νεοσύστατο προτεκτοράτο, σε φυλακές – εκτρώματα όπως το Αμπού Γκραιμπ και η Μπούκα. Αλλά ακόμα και όσα συνέβησαν εντός των στενών συνοριακών ορίων του Ιράκ είναι ένα μόνο μέρος της συνολικότερης και μεθοδευμένης κατάστασης πολιτικής αποσταθεροποίησης που επικρατεί στη Μέση Ανατολή. Όσον αφορά τα συμφέροντα των δυτικών χωρών (κυρίως των ΗΠΑ), το “διαίρει και βασίλευε” και η σεκτοποίηση του πολιτικού σώματος των χωρών του λεγόμενου τρίτου κόσμου αποτελεί μια πάγια αποικιοκρατική στρατηγική, αν όχι και μια απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση μιας σχέσης εκμετάλλευσης, απομύζησης οικονομικών πόρων και άντλησης γεωστρατηγικών οφελών. Όσον αφορά τις επί μέρους εθνικές κυβερνήσεις, είναι εύκολα αντιληπτό (και εμφανές από το παράδειγμα της Αραβικής Άνοιξης που θα αναλυθεί εκτενώς παρακάτω) το πως αυτές, ελλείψει κοινωνικής νομιμοποίησης, αναπαράγουν τον εαυτό τους (και) μέσα από την εμπέδωση μιας κατάστασης όπου οποιαδήποτε δυνατότητα εμφάνισης ενός συμπαγούς ανατρεπτικού κοινωνικού ρεύματος φαντάζει αδιανόητη. Η κατάσταση αυτή είναι συμπληρωματικά πολύ βοηθητική στην ανεμπόδιστη εφαρμογή μέτρων νεοφιλελευθεροποίησης των αραβικών οικονομιών χωρίς το μπελαλίδικο ενδεχόμενο κοινωνικού αντιλόγου. Τέλος, όσον αφορά το συγκεκριμένο ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο, τα προαναφερθέντα κράτη του Κόλπου, έχουν και εκείνα αγκιστρωμένα διάφορα συμφέροντά τους, κυρίως πετρελαϊκής εκμετάλλευσης και εισδοχής φτηνών εργατικών χεριών, στη διατήρηση των κυβερνήσεων που χαίρουν και της προστασίας των δυτικών εταίρων.

Όσον αφορά το Ιράκ και την πλειοψηφία των αραβικών χωρών στις οποίες εκτυλίχθηκαν εξεγερσιακά γεγονότα από τα τέλη του 2010 και για περίπου ενάμιση χρόνο, το παραπάνω σχήμα χαρακτηρίζει, λιγότερο ή περισσότερο, το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτά έλαβαν χώρα. Οι εξεγέρσεις καθ’ αυτές, ομαδοποιημένες ως Αραβική Άνοιξη, επεδείκνυαν σίγουρα χαώδεις διαφορές τόσο στο εσωτερικό τους (πολιτική σύσταση υποκειμένων, ύπαρξη και δομή του αιτηματικού τους σκέλους και τα λοιπά), όσο και συγκρινόμενες η μία με την άλλη, όπως θα περίμενε κανείς. Παρ’ όλα αυτά, χαρακτηρίζονταν και από ορισμένες συγκλίσεις, με τις σημαντικότερες εξ’ αυτών να είναι οι εξής τρεις: Πρώτον, σε μια γενική και συχνά αόριστη θέληση για την ανατροπή του παλαιού καθεστώτος, δεύτερον στον τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε να κατασταλούν από τις κατά τόπους κυβερνήσεις και τους συνεργάτες τους και, τρίτον, στην με στρατηγικούς όρους αποτυχημένη κατάληξή τους. Πράγματι, με χαρακτηριστικότερα τα παραδείγματα της Συρίας και της Αιγύπτου, οι εξεγέρσεις αυτές πνίγηκαν, πολλές φορές άμα τη γενέσει τους, στο αίμα, ενώ ο παλαιότερος ολοκληρωτισμός επέστρεψε με τους ίδιους ή και ακόμα χειρότερους όρους. Αυτό που έχει ωστόσο τη μεγαλύτερη σημασία για το συγκεκριμένο ζήτημα είναι ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο αυτό συνέβη, αφού σημαντικό μέρος της αντιεξεγερσιακής στρατηγικής συνίστατο όχι μόνο στην ωμή δολοφονική καταστολή, αλλά και στις προσπάθειες περαιτέρω σεκτοποίησης του πολιτικού σώματος – φορέα της εκάστοτε εξέγερσης. Ύψιστης σημασίας για να πετύχουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις τον τελευταίο στόχο, αλλά και για να χαρακτηρίσουν τις εξεγέρσεις ως έχουσες φονταμενταλιστικό/ισλαμοποιητικό χαρακτήρα και να αντλήσουν νομιμοποίηση για την καταστολή τους, ήταν η καλλιέργεια τέτοιων στοιχείων εντός τους. Με αυτό δεν εννοούμε μια αδρανειακή από μέρους του καθεστώτος στάση απέναντι σε εκδιπλώσεις της Τζιχάντ εντός των εξεγέρσεων, αλλά μια ενεργητική συμμετοχή ανάπτυξης και καθοδήγησης: Ο Συριακός στρατός έφτασε στο σημείο να υπερηφανεύεται, στο πλαίσιο μιας καμπάνιας για την εντατικοποίηση της συνεργασίας του με τις ΗΠΑ το 2010, για τις ικανότητες που διέθετε να παρεισφρέει σε τζιχαντιστικές οργανώσεις και να τις στρέφει σε αυτή την κατεύθυνση κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, φυλακές όπως αυτή της Μπούκα που αναφέρθηκε παραπάνω, οι οποίες είχαν σε αυτό το σημείο αποτελέσει σημείο συνάντησης πρώην υψηλά ιστάμενων Μπα’αθιστών με τεράστια κρατική και στρατιωτική εμπειρία με τζιχαντιστές, άνοιξαν τις πύλες τους τόσο για να σεκτοποιήσουν περισσότερο την εξέγερση, όσο και για να της επιτεθούν άμεσα.

Όλα τα παραπάνω, η μαζική περαιτέρω φτωχοποίηση τεράστιων μερίδων πληθυσμού, η λειτουργία μιας βιομηχανίας εγκλεισμού και βασανιστηρίων, η πολιτική αστάθεια, η αποτυχία των ριζοσπαστικών κομματιών να ηγεμονεύσουν ιδεολογικά τις εξεγέρσεις αλλά και η πλήρης (με στρατηγικούς-δικαίου όρους πάντα) αποτυχία των εξεγέρσεων εν γένει, υποστηρίζει κλείνοντας ο Χανιέ, διαμόρφωσαν σημαντικά το γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη του Ισλαμικού Κράτους και τη μαζική και ραγδαία στρατολόγηση των μελών του κατά τη διάρκεια του 2014. Το παζλ ολοκληρώνεται από τρία στοιχεία που αναλύονται διεξοδικά στο κείμενό του: της υπόσχεσης μιας προφητικής ουτοπίας, της δεινής χρήσης των social media, και, τέλος και πιο σημαντικά, της μαζικής και θεαματικής δολοφονικής καταστροφής ως στρατηγική πόλωσης και εξαναγκασμού των πληθυσμών να διαλέξουν πλευρά. Πράγματι, το σημείο αυτό φαίνεται να είναι μία από τις βάσεις ιδεολογικής (και στρατηγικής βέβαια) διαφοροποίησης με την Αλ Κάιντα, όταν το Ισλαμικό Κράτος άρχισε να επιτίθεται μαζικά και με βαρβαρότητα εναντίον άλλων Μουσουλμάνων. Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Αμπού Μπαρκ Νατζί στην Διαχείριση της βαρβαρότητας: Το πιο σημαντικό στάδιο από το οποίο το Ισλαμικό Κράτος θα περάσει, μία από τις βασικές κειμενικές αναφορές του Ισλαμικού Κράτους:

“Το να σύρουμε τις μάζες στη μάχη προϋποθέτει περισσότερες δράσεις που θα βάλουν φωτιές στον αντίπαλο και θα φέρουν, θέλοντας και μη, το λαό στο πεδίο της μάχης, με τρόπο τέτοιον ώστε εξαναγκαστικά ο καθένας να διαλέξει στρατόπεδο. Πρέπει να κάνουμε τη μάχη αυτή τόσο βίαιη ώστε ο θάνατος να είναι ένα μόλις καρδιοχτύπι μακριά, ώστε να καταλάβουν και οι δύο πλευρές ότι το να μπεις σ’ αυτή τη μάχη θα οδηγεί πολύ συχνά στο θάνατο.”

Πέρα όμως από τη γενεαλογία της ευφορίας του εδάφους εγκαθίδρυσης του Ισλαμικού Κράτους, ποιό συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε για καθ’ αυτήν την πρώιμη λειτουργία του; Αντλώντας από τα οικεία μας εργαλεία, θα συμφωνούσαμε μάλλον με τον ισχυρισμό του Χανιέ που παραθέσαμε στην αρχή, πως το Ισλαμικό Κράτος αποτελεί κατεξοχήν μοντερνιστικό εγχείρημα. Αυτό γιατί ο μηχανισμός εγκαθίδρυσης και λειτουργίας που είναι υπεύθυνος για την αναπαραγωγή του πληροί κατά γράμμα τις προϋποθέσεις αυτού όλων των σύγχρονων μοντέρνων κρατών. Ποιές είναι αυτές; Πρώτον, η λίγο-πολύ αυθαίρετη χάραξη συνόρων γύρω από μία περιοχή που περιέχει ποικίλους και διάφορους πληθυσμούς (στην περίπτωσή μας τα εδάφη του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και στη Συρία). Δεύτερον, η διεξαγωγή των απαραίτητων εθνικών και θρησκευτικών καθάρσεων προκειμένου οι πληθυσμοί αυτοί να ομογενοποιηθούν κατά το δυνατόν, ή τουλάχιστον να προκληθεί πόλωση σε δύο άκρα εκ των οποίων το ένα (στην περίπτωσή μας οι Σιίτες Άραβες και μια σειρά από άλλες μειονότητες όπως οι Γιεζίντι) θα εκδιωχθεί. Τρίτον, η κατασκευή μεγάλων δικτύων, δομών και υποδομών κάθε είδους (ηλεκτροδοτικοί/υδροπαραγωγικοί σταθμοί, νοσοκομεία/φαρμακεία, αεροδρόμια, διοικητικές δημόσιες υπηρεσίες, στρατιωτικές εγκαταστάσεις – την ύπαρξη των οποίων καταμαρτυρούν μια σειρά από δημοσιεύματα) και η στελέχωσή τους με ανθρώπους από το προαναφερθέν σώμα του ομογενοποιημένου πληθυσμού. Τέταρτον, η αποδέσμευση υλικών συμφερόντων από το προηγούμενο καθεστώς διαχείρισης της εκάστοτε περιοχής και επανα/υπερεπένδυσης και αγκυροβόλησής τους στο το δίκτυο που περιλαμβάνει τους παραπάνω ανθρώπους και τις παραπάνω δομές. Παρά την παιδαριώδη αντίληψη ορισμένων αρθρογράφων στη Δύση πως το Ισλαμικό Κράτος επιθυμεί να επιταχύνει την έλευση κάποιου είδους καταστροφικής αποκάλυψης, η καταστροφική μανία που επιδεικνύει στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής του δεν είναι παρά μέρος μιας προσεκτικής στρατηγικής στρατολόγησης – κάτι που παρατηρεί και ο ίδιος ο Χανιέ στο άρθρο που παραθέσαμε παραπάνω. Πέμπτον ο πόλεμος σε κάποια μορφή του – ή τουλάχιστον η ανάπτυξη ορισμένων υλικών και ιδεολογικών ανταγωνισμών επί της βάσης του νέου καθεστώτος – όσο και η ανάπτυξη στρατηγικών πειθάρχησης και ελέγχου του εγκολπωμένου από το κράτος πληθυσμού προς τιθάσευση των επαναστατικών δυναμικών εντός του και πάσα αποφυγή εξεγέρσεων. Έκτον, τέλος, η κυριαρχία επί προσοδοφόρων εδαφών, και στη συγκεκριμένη περίπτωση καίριων πετρελαϊκών πηγών, που καθιστούν το Ισλαμικό Κράτος sine qua non εμπορικό κόμβο (1, 2) ακόμα και για το καθεστώς Άσαντ.

Έξι στα έξι για το Ισλαμικό Κράτος ως κράτος λοιπόν. Το συμπέρασμα αυτό, αν και όχι τόσο δημοφιλές στη Δύση, δε θα πρέπει να μας κάνει μεγάλη εντύπωση. Αντίθετα, είναι κάτι που θα έπρεπε να περιμένουμε, ειδικά από τη στιγμή που οι κρατικές και κοινωνικές υποδομές λειτουργούσαν σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα, όχι όπως είπαμε στα εδάφη από τα οποία ξεπήδησε το Ισλαμικό Κράτος, αλλά ολοένα και περισσότερο σε αυτά τα οποία πρόσφατα κατέλαβε όσο και σε αυτά που προσβλέπει να καταλάβει. Το παράδειγμα της Συρίας είναι το πιο χαρακτηριστικό, αφού, αντίθετα με τις δυτικές φαντασιώσεις εμπνεύσεως Αλαντίν, οι πληθυσμοί εκεί είναι συνηθισμένοι σε έναν τρόπο ζωής που σίγουρα περιλαμβάνει τις παροχές ενός κοινωνικού κεντρικού διοικητικού μηχανισμού. Για την ακρίβεια, η αντικατάσταση του κράτους του Άσαντ με ένα καινούριο κράτος είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει όχι μόνο το Ισλαμικό Κράτος, αλλά πολύ περισσότερο οι διάφορες ομαδώσεις των επαναστατών στις περιοχές τις οποίες καταλαμβάνουν. Αυτό γιατί οι τελευταίοι, ιδεολογικά ενδεδυμένοι ως κοσμικοί αντικαταστάτες του Άσαντ και εναλλακτική λύση στο Ισλαμικό Κράτος, βασίζονται πολύ περισσότερο σε μια κυβερνητική στρατηγική της συναίνεσης παρά του φόβου και της δύναμης.

Τέλος, όσον αφορά τα βασικά σημεία απόκλισής του Ισλαμικού Κράτους από την πατροπαράδοτη εικόνα ενός κράτους, αυτά βρίσκονται ειρωνικά προς μια μάλλον προοδευτική κατεύθυνση. Αυτό γιατί το Ισλαμικό Κράτος αφήνει, ανάλογα την υλική συγκυρία, κάποιους βαθμούς ελευθερίας όσον αφορά την εθνική ομοιογένεια του πληθυσμού του – αρκετούς για να εγκολπώσει πληθυσμό από την ίδια τη Δύση, φτάνοντας ακόμα και στο σημείο να στραφεί ανοιχτά εναντίον του εθνικισμού, παρωδώντας τις δυτικές εκδοχές του. Τέλος, το Ισλαμικό Κράτος αποτελεί, τουλάχιστον στο βαθμό που η Δύση δεν έχει συμβάλλει μεθοδικά στην καλλιέργεια των συνθηκών ανάπτυξής του με τους τρόπους που είδαμε παραπάνω (και άλλους), ένα εν πολλοίς αυτόνομο τέκνο ορισμένων από τους πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής, και σίγουρα την πρώτη μη απόλυτα ετεροπροσδιορισμένη κυβερνητική δομή στην περιοχή τις τελευταίες δεκαετίες (πέραν φυσικά των κατά τόπους αντίστοιχων δομών των εξεγερμένων του Κουρδιστάν). Πέρα όμως από τις ομοιότητες και τις διαφορές στη μορφή και στο περιεχόμενο με τα κράτη της πιο άμεσής μας εμπειρίας, ο σκοπός της παραπάνω ενότητας ήταν να επιχειρηματολογήσει για το ότι το Ισλαμικό Κράτος επιχειρεί να είναι πάνω απ’ όλα κράτος. Αν αυτό κατορθώθηκε σε κάποιο βαθμό, τότε στην επόμενη ενότητα θα θέλαμε να θέσουμε το ερώτημα που αφορά το γιατί, δεδομένης της κρατικότητας του Ισλαμικού Κράτους, αυτό παρουσιάζεται σαν κάθε άλλο παρά τέτοιο.

ΙΙ. Η εργαλειακότητα μιας παρερμηνείας

Αρχικά, θεωρούμε ότι το κείμενο του σίγουρα όχι αστοιχείωτου διανοούμενου της αριστεράς Δημήτρη Μπελαντή στο rednotebook είναι ενδεικτικό της αποτύπωσης του Ισλαμικού Κράτους στην ευρεία κοινή γνώμη. Αν και ίσως όχι με την συγκεκριμένη, στενά πολιτική ορολογία της κριτικής θεωρίας, πιστεύουμε πως ένα τυχαίο δείγμα ανθρώπων, περισσότερο στην Ελλάδα και λιγότερο στη βόρεια Ευρώπη, όπου οι όχι παντελώς χονδροειδείς αναλύσεις είναι ελάχιστα πιο διαδεδομένες, θα συμφωνούσε πλειοψηφικά με τον Μπελαντή πως “το κίνημα του ISIS είναι βαθύτερα μετανεοτερικό”. Θα κατάφασκε πιθανότατα ακόμα και με τον ισχυρισμό πως το σύνολο του Ισλαμικού Κράτους εξαντλείται σε έναν “προκλητικό, τεχνητό” – οτιδήποτε κι αν σημαίνει το τελευταίο – “σαδισμό με σχεδόν πορνογραφικό περιεχόμενο”, αν όχι με την ακόμα πιο ακραία θέση πως “κατά μία έννοια, το ISIS δεν υπάρχει στον υλικό κόσμο, είναι ένα matrix”. Για να μην το αντιγράψουμε εδώ ολόκληρο θα αρκεστούμε να σημειώσουμε πως στη συνέχεια του κειμένου και σε πλήρη συστοιχία με τα παρατιθέμενα αποσπάσματα, ο Μπελαντής αναπτύσσει επίμονα τη θέση πως το Ισλαμικό Κράτος δεν είναι τίποτα παραπάνω από την ενσάρκωση μιας μεταμοντέρνας μηχανής τυφλής καταστροφής, μια μηδενιστική χιονοστιβάδα πλασμένη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του πνευματικού της γονέα, που δεν είναι άλλος από το ιδεολόγημα και την συνακόλουθη πρακτική τέλους της Ιστορίας στη Δύση. Κατά τον Μπελαντή, οι “νεοβάρβαροι” του εικοστού πρώτου αιώνα απειλούν να φέρουν έναν “Νέο Μεσαίωνα”, ο οποίος είναι εξάλλου έτοιμος να ανθίσει υπό το φως της επέλασης του νεοφιλελευθερισμού, της πλήρους αποτυχίας του να εξισορροπήσει τις κοινωνικές ανισότητες, και της πλήρους επιτυχίας του να αποσαρθρώσει κάθε πιθανό και απίθανο κοινωνικό ιστό στη Δύση. Η τελευταία, στη διάρκεια των πρόσφατων δεκαετιών, όχι μόνο δεν καλωσόρισε το διαφορετικό, αλλά το απομύζησε μέχρι δακρύων, ενώ οχύρωνε τον ατελείωτο ναρκισσιστικό ατομισμό της πίσω από τεράστια τείχη, σηματοδοτώντας την ενόρμηση για θάνατο και το σύστοιχο με αυτήν “τέλος του έρωτα” που αποπνέουν οι περιφράξεις ως δύο όψεις μιας κυριαρχούσας ιστορικής τάσης.

Επιλέξαμε να συζητήσουμε συγκεκριμένα το κείμενο του Μπελαντή για τρεις κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί είναι γραμμένο από έναν άντρα διανοούμενο, και άρα χαρακτηρίζεται από την συνακόλουθη ανυπόφορη αυτοπεποίθηση – ποιότητα ανεξάρτητη του πόσο καλογραμμένο μπορεί όντως να είναι ή του πόσο πειστικές μπορεί να εμφανίζονται οι θέσεις που παρουσιάζει. Αποτελεί συνεπώς προνομιακό πεδίο για την παρακολούθηση της πύκνωσης του λόγου αλήθειας σχετικά με το Ισλαμικό Κράτος, τουλάχιστον στη διανόηση της Ελλάδας, αν όχι ευρύτερα της Δύσης. Δεύτερον, γιατί είναι ένα κείμενο που προέρχεται από την αριστερά, και ως τέτοιο μας επιτρέπει να δούμε τελικά πόσο βαθιά – ακόμα και προς τα αριστερά – έχει “κόψει” ο συγκεκριμένος λόγος αλήθειας για το Ισλαμικό Κράτος, αυτός που το θέλει να είναι μια ολωσδιόλου μοχθηρή, κούφια μηχανή θανάτου, σε πλήρη απουσία οποιουδήποτε παραγωγικού/δημιουργικού – με την ευρεία έννοια – προσανατολισμού. Φυσικά, για τις αναπαραστάσεις και τους λόγους του Ισλαμικού Κράτους από οποιαδήποτε πηγή βρίσκεται λίγο έως πολύ δεξιότερα της καθεστωτικής αριστεράς, μπορεί να πάρει κανείς ένα οποιοδήποτε παράδειγμα εγχώριου ή ευρωπαϊκού (1, 2, 3) μέσου ενημέρωσης, και θα διαπιστώσει ευθύς αμέσως πως η κατάσταση είναι ίδια και χειρότερη: σχεδόν παντού το Ισλαμικό Κράτος αναγνώσκεται ως αυτή η γνώριμη μηδενιστική μηχανή. Τρίτον και σημαντικότερο, γιατί, όπως ελπίζουμε ότι συνεπάγεται η λεπτομερή μας ανάλυση στο προηγούμενη ενότητα, η ανάγνωσή αυτή του Ισλαμικού Κράτους είναι, όχι τυχαία, λάθος.

Γιατί λοιπόν, και ενώ κάθε πραγματικό στοιχείο δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση, το Ισλαμικό Κράτος αναπαρίσταται έτσι στα περισσότερα μήκη και πλάτη της Δύσης, και μάλιστα με σοκαριστική αφέλεια; Γιατί άνθρωποι όπως – έστω – ο Μπελαντής δεν μπαίνουν στη διαδικασία να δώσουν καν μια πειστική εκδοχή του πως εν πάση περιπτώσει το Ισλαμικό Κράτος θα μπορούσε να έχει φτάσει να λειτουργεί ως μηδενιστική μηχανή καταστροφής, αλλά παράγουν αναλύσεις που φαίνεται να εννοούν εντελώς κυριολεκτικά πως Το Μεταμοντέρνο κρύβεται δολερά πίσω από τη λειτουργία του Ισλαμικού Κράτους; Γιατί κείμενα και αναπαραστάσεις που δεν μπαίνουν στον κόπο να δηλώσουν κάτι παραπάνω από το ότι το Ισλαμικό Κράτος αντιπροσωπεύει το απόλυτο μηδέν – υπονοώντας έτσι ότι μια στρατιά μικρών Τζόκερ από το δεύτερο Μπάτμαν ξυπνάνε κάθε πρωί με το καλάσνικοφ στο χέρι απλά επειδή θέλουν να δουν τον κόσμο να καίγεται – παίρνονται στα σοβαρά, αν όχι γιατί πλέον εμπεδώνουν και αναπαράγουν μια ιδέα που είναι εγκατεστημένο στο συλλογικό συνειδητό σαν αυτονόητη αλήθεια; Σε αυτές τις ερωτήσεις, επιφυλάσσουμε μια απάντηση με δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος έχει να κάνει με την αυτοεικόνα της ίδιας της Δύσης, και την όψιμη νοηματική χρεοκοπία οποιουδήποτε μεγαλεπήβολου ιδεολογικού εγχειρήματος ανέτειλε εντός της από τον εικοστό αιώνα και έπειτα. Πράγματι, η οπτική του Μπελαντή, χαρακτηριστική τόσων άλλων, δεν είναι φυσικά απλά λάθος με την πιο στενή, εμπειρική έννοια του όρου· είναι λάθος σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος αιχμαλωτίζει το βλέμμα της Δύσης πάνω στον εαυτό της. Πιο συγκεκριμένα, ο Μπελαντής είναι σίγουρα μέλος μιας Δύσης της οποίας κάθε μεγάλο όνειρο έμεινε μετέωρο, αφού οι υποσχέσεις της απέτυχαν να εκπληρωθούν έστω από οχήματα που αφορούσαν στενά ένα προνομιακό (από την πλατιά μεσαία τάξη των 90s και πάνω) κομμάτι του εαυτού της, όπως ένα καπιταλιστικό κοινωνικό κράτος ή ένας φιλελευθερισμός με ροπή προς την εξισορρόπηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Αλλά ο Μπελαντής δεν είναι μόνο αυτό. Είναι επίσης μέλος μιας αριστεράς της οποίας το τελευταίο αφηγηματικό απολειφάδι – φτωχός συγγενής των μεγαλοαφηγηματικών ονειρώξεων των 70s, ο ΣΥΡΙΖΑ, τσακίστηκε όψιμα στα βράχια της δομικής και υπερεθνικής δικτύωσης του σύγχρονου δυτικού κεφαλαίου. Επιπρόσθετα, αυτή η αριστερά βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου τα αφηγηματικά της τεχνάσματα παρασκευάζονται όλο και πιο νερωμένα, όλο και λιγότερο πειστικά (βλέπε τον προαναφερθέντα Τζέρεμι Κόρμπιν), ενώ μεγάλο μέρος των ιδεολογικών και συναισθηματικών της επενδύσεων βρίσκεται αγκιστρωμένο στον Διαφωτισμό και την κοσμικότητα. Η Δύση αυτή, και πολύ περισσότερο η αριστερά αυτή, αδυνατούν να συλλάβουν ότι αυτοί που οι ίδιες κατασκεύασαν σαν τα πιο μιαρά μηδενιστικά υποκείμενα του σκότους, είναι τώρα που αποπειρώνται να φέρουν σε πέρας το νέο μεγάλο μοντερνιστικό εγχείρημα του εικοστού πρώτου αιώνα. Τους είναι ανυπόφορο, γενεσιουργό υπαρξιακού τρόμου το να σκεφτούν πως μια διόλου ευκαταφρόνητη φράξια Σουνιτών με θρησκευτικές ρίζες και εσχατολογικό μάρκετινγκ θα μπορούσε να θέσει σε κίνηση έναν κρατικό παραγωγικό μηχανισμό με σχετικά μεγάλη λαϊκή υποστήριξη (όπως πάντα και όχι διαφορετικά με τη Δύση, όσον αφορά το λαό που δύναται να συμπεριληφθεί στο κράτος και όχι, λόγου χάρη, τους Σιίτες). Αντ’ αυτού, προτιμούν να προβάλλουν στο εγχείρημα του Ισλαμικού Κράτους τους δικούς τους μεγαλύτερους φόβους, που δεν είναι άλλοι από αυτούς που παραθέτει ο Μπελαντής: η χρεοκοπία των αφηγημάτων, το τέλος της Ιστορίας, η αυτοπραγμάτωση του μεταμοντέρνου – μια κατάσταση όπου ό,τι είναι στέρεο εξαερώνεται σε ισχνό άνεμο.

Το δεύτερο σκέλος της απάντησης αφορά λιγότερο την αριστερά και τις ασυνείδητες ερμηνείες που καθιερώνονται στο πλατύ συλλογικό συνειδητό της Δύσης, και περισσότερο τις απ’ ευθείας και ηθελημένες ερμηνείες των γεγονότων σε κυβερνητικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου αυτού των μυστικών υπηρεσιών. Αν κοιτάξουμε λοιπόν τις επιθέσεις σε Λέιτονστοουν και Σαν Μπερναντίνο από λίγο πιο κοντά απ’ όσο επιτρέπουν οι παχυλοί τίτλοι των εφημερίδων, θα διαπιστώσουμε ορισμένα πράγματα. Πρώτον, ότι οι δράστες ήταν μάλλον εξαιρετικά καθημερινοί τύποι, πολίτες της χώρας στην οποία τελέστηκε η κάθε επίθεση, με μηδαμινή ως αμφίβολη δικτύωση με οποιοδήποτε τρομοκρατικό δίκτυο οποιουδήποτε εύρους, ισλαμικό ή άλλου τύπου. Δεύτερον, ότι στην περίπτωση του Λέιτονστοουν, ο δράστης είχε και πλούσιο ψυχιατρικό παρελθόν. Τρίτον, πως το Ισλαμικό Κράτος εναγκάλισε μεν την επίθεση στο Σαν Μπερναντίνο (αλλά όχι αυτή στο Λέιτονστοουν), μόνο δε κατόπιν εορτής και αφότου η αμηχανία σχετικά με το τι επρόκειτο ξεκαθαρίστηκε από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και τις αμερικάνικες αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. “Προσευχόμαστε στο Θεό να τους δεχθεί σαν μάρτυρες” φέρεται να λέει το ραδιόφωνο του Ισλαμικού Κράτους, αλ-Μπαγιάν, γεγονός που μάλλον μας δείχνει ότι ο Θεός δεν ήταν πρότερα ενήμερος για τη δράση, αλλά ούτε και το ίδιο το Ισλαμικό Κράτος. Τέταρτον, τέλος, πως, όπως επισημάναμε και στην αρχή, οι αρμόδιες υπηρεσίες κάθε κράτους έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τις επιθέσεις “επεισόδια τρομοκρατίας” αμέσως μόλις διασφάλισαν το ότι οι δράστες πίσω από αυτές έφεραν αραβικά ονόματα, και να εγκαταλείψουν σενάρια που ήθελαν τις επιθέσεις να έχουν αμιγώς ψυχιατρικό ή άλλο πιο στενά προσωπικού τύπου κίνητρο που χαρακτηρίζει συνήθως πολύνεκρα επεισόδια που συμπεριλαμβάνουν πυροβολισμούς στη Δύση. Το τελευταίο δε θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση: η ισλαμικότητα κάθε ένοπλου χτυπήματος φαίνεται πλέον να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό του ως τρομοκρατικό. Το Ισλάμ και η τρομοκρατία δεν είναι πλέον για τη Δύση δύο ξεχωριστά νοήματα που ενίοτε τέμνονται· το δεύτερο υπάρχει μόνο μέσα από το πρώτο. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε το γεγονός πως ουδείς χαρακτήρισε τρομοκρατικό το περιστατικό που συνέβη λίγες πριν την ένοπλη επίθεση του Σαν Μπερναντίνο στο Κολοράντο, όπου ένας Χριστιανός σκότωσε όχι λιγότερα από τρία άτομα σε κλινική εκτρώσεων; Ή πώς αλλιώς να εξηγήσουμε το γεγονός ότι τόσες και τόσες, ίδιες και χειρότερες επιθέσεις στο Λέιτονστοουν, δεν αποτελούν αντικείμενο ενασχολήσης της κοινής γνώμες και δεν χαρακτηρίζονται τρομοκρατικές, όταν οι δράστες δεν είναι Άραβες;

Όλα τα παραπάνω δεν είναι βέβαια τυχαία, αλλά εγγράφονται σε ένα ευρύτερο αναπαραστασιακό και ιδεολογικό συνεχές που θέλει το Ισλαμικό Κράτος να μην είναι μια οποιαδήποτε μηχανή καταστροφής, αλλά μια μηχανή διάχυτη, αποκεντρωμένη, εκτεινόμενη στις τέσσερις γωνιές του κόσμου και έτοιμη να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή. Το Ισλαμικό Κράτος παρουσιάζεται δηλαδή σαν μια πολεμική μηχανή, που δύναται να αφομοιώσει όσο και να εγκαταλείψει πολλά και ποικίλα, μη προσχεδιασμένα για αυτό το σκοπό, κομμάτια στο άρμα του. Η εικόνα αυτή θέλει το Ισλαμικό Κράτος να αποτελεί ένα ασεμπλάζ, ένα συναρμολόγημα δηλαδή μεγάλης ευελιξίας και μη σταθερών/απαραίτητων για την ύπαρξή του κομματιών, ικανό να αναδιατάξει τον εαυτό του ξανά και ξανά μέσα σε πολύ μικρά χρονικά διαστήματα. Στο συνεχές αυτό, δε, συγκλίνουν τόσο η Δύση όσο και το ίδιο το Ισλαμικό Κράτος, ενώ δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί. Η μεν Δύση έχει κάθε λόγο να αναπαράγει μια ρητορική που εμφανίζει το Ισλαμικό Κράτος έτοιμο να χτυπήσει παντού (και πολύ περισσότερο εκτός των γεωγραφικών του ορίων) αναπάντεχα, αφού αυτή η εικόνα επιτρέπει τη νομιμοποίηση κάθε είδους παρέμβασης έκτακτης ανάγκης στο εσωτερικών των κρατών που υποτίθεται πως διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο (ένα σύνολο που ολοένα όσο και αυθαίρετα αυξάνεται). Πράγματι, το διαδίκτυο είναι γεμάτο (1, 2, 3, 4) από κινηματικές αλλά και όχι μόνο ανταποκρίσεις σχετικά με το πώς η Γαλλία (και κατ’ επέκταση και βούληση όποια δυτική χώρα θεωρηθεί στην εκάστοτε συγκυρία η επόμενη Γαλλία) έχει μεταμορφωθεί με απίστευτα γρήγορους ρυθμούς σε ένα κράτος έκτακτης ανάγκης, όπου αστυνομικές αυθαιρεσίες κυριολεκτικά κάθε είδους είναι πλέον πλήρως νομιμοποιημένες. Όσον αφορά πάλι το εξωτερικό μέτωπο των χωρών της Δύσης, είναι αυτονόητο το πώς μια ρητορική που παρουσιάζει το Ισλαμικό Κράτος και τον χαλίφη του σαν παντοδύναμα και ευέλικτα τέρατα (όμοια με αυτή που χρησιμοποιούσε επί χρόνια η CIA για τον πάλαι ποτέ αρχηγό της Αλ Κάιντα), νομιμοποιεί στα μάτια του πολιτικού (και εκλογικού) σώματος διάφορων ειδών πολεμικές επεμβάσεις σαν αυτές που ψηφίστηκαν πρόσφατα στη Μεγάλη Βρετανία, σε μια εποχή όπου ο πόλεμος αποτελεί μορφή επιχειρηματικότητας εδώ και πολλά φεγγάρια. Όσο για το ίδιο το Ισλαμικό Κράτος, έχει βέβαια κάθε συμφέρον να καλλιεργεί ενεργά για τον εαυτό του ακριβώς την ίδια εικόνα, μιας μεγάλης δύναμης ικανής να χτυπήσει κρίσιμα, με μεγάλη αποτελεσματικότητα, οπουδήποτε. Όπως περιγράψαμε και παραπάνω άλλωστε, κάτι τέτοιο αποτελεί καταγεγραμμένη στρατηγική πόλωσης και στρατολόγησης νέων μελών. Το ότι οι αριθμοί των τζιχαντιστών ανεβαίνουν κατακόρυφα μετά από κάθε σχετικό μήνυμα προπαγάνδας είναι εξάλλου κάτι που υποθέτουμε ότι το Ισλαμικό Κράτος το γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα. Αξίζει, κλείνοντας, να σημειώσουμε πως η επικοινωνιακή στρατηγική του Ισλαμικού Κράτους είναι δισυπόστατη. Το πρώτο της σκέλος, αυτό που προωθείται στη Δύση, απαρτίζεται ακριβώς από όσα απαριθμήσαμε σε αυτή την παράγραφο: σκοτωμούς, καταστροφές, αίμα. Το δεύτερο, πλειοψηφικό σκέλος, και για τους λόγους που αναπτύξαμε παραπάνω, απευθύνεται στο εσωτερικό του. Εξαντλείται σε tweets με ηλιοβασιλέματα, updates με εικόνες από καθαρισμούς δρόμων και κατασκευές ηλεκτροδοτικών σταθμών.

ΙΙΙ. Εμείς

Κλείνοντας αυτό το κείμενο, θα θέλαμε να σκεφτούμε το τελευταίο από όσα ζητήματα απαριθμήσαμε στην αρχή, αυτό δηλαδή που αφορά το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας, τον προσανατολισμό του λόγου και της δράσης μας σε αυτή τη συγκυρία. Αν λοιπόν συμφωνήσει κανείς μέχρι εδώ, έστω και για την οικονομία της συζήτησης, τα γενικά συμπεράσματα είναι δύο. Πρώτον, πως το Ισλαμικό Κράτος κατέχει σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός μοντέρνου κράτους, όσον αφορά και την εγκαθίδρυση και την ενεργή του λειτουργία. Δεύτερον, πως η εικόνα αυτή παραχαράσσεται με έναν καθόλου τυχαίο τρόπο, ο οποίος επιτρέπει σε κάθε ενδιαφερόμενη πλευρά να σχηματίσει μια εικόνα του Ισλαμικού Κράτους, η οποία θα έχει την πιο ευκταία για την ίδια πολιτική λειτουργία. Από εκεί και έπειτα, ένα καλό σημείο για να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε το ποιά είναι η δική μας θέση εμπλοκής ως άτομα και πολιτικές ομάδες: να σκεφτούμε σε ποιό πλαίσιο λειτουργούμε δηλαδή πολιτικά και τι είναι αυτό το οποίο επηρεάζουμε στην τρέχουσα πραγματικότητά μας.

Με μια πρώτη ματιά, εκείνο που οι κατοικούντες στη βόρεια Ευρώπη μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε είναι πως τίποτα γύρω μας δε θυμίζει πόλεμο. Στην Αγγλία για παράδειγμα, παρότι βρισκόμαστε σε ένα κράτος που συμμετέχει σε συμμαχικές ένοπλες συρράξεις που ανάμεσα σε άλλα προκάλεσαν το θάνατο 369 αμάχων μόνο στο Ιράκ από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο του 2015 (και φαντάζεται κανείς τι έχει να γίνει από εδώ και πέρα), το γεγονός αυτό δεν φαίνεται να αφήνει ούτε καν κάποιο ισχνό αποτύπωμα στην καθημερινή ζωή εκατομμυρίων Βρετανών. Πράγματι, όπως επιτάσσει ο σύγχρονος μετασχηματισμός του πολέμου ως κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα, παράλληλα με τις αγοραπωλησίες και την κινητοποίηση οπλικών συστημάτων που αφορούν τζίρο πολλών εκατομμυρίων ευρώ, παρατηρεί κανείς και μια ηχηρή έλλειψη: αυτή των μαζικών επιστρατεύσεων, της παύσης της ζωής στις μητροπόλεις, γενικότερα της αποσταθεροποίησης όλων αυτών των λειτουργιών τις οποίες ευαγγελίζεται ένα καθωσπρέπει δυτικό κράτος του σήμερα – με προεξάρχουσα την καταναλωτική. Ενώ λοιπόν στο επίπεδο που αφορά τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές και τον επελαύνοντα ρατσισμό παντού στην Ευρώπη παρατηρείται μια έκρηξη της ηγεμονικής ρατσιστικής ιδεολογίας (με αναμενόμενο σημείο κορύφωσης τη Γαλλία, η οποία υπό την καθοδήγηση της Μαρίν Λε Πεν γνωρίζει νέα ακροδεξιά σύνορα μέρα με τη μέρα), η αντίρροπη κίνηση που αφορά τα επίπεδα των υλικοτήτων και των αγορών παραμένει δυστυχώς υποαναγνωσμένη από τα κινήματα. Όπως αναφέρει και το κείμενο των Γάλλων συντρόφων που παρατέθηκε παραπάνω, το βασικό μήνυμα που εξέπεμψαν μαζικά το κράτος, το κεφάλαιο και οι συνακόλουθοί τους ντελάληδες ήταν ένα και αρμόδιο: “Ενάντια στην κουλτούρα του φόβου, βγείτε, φάτε και πιείτε, καταναλώστε!” Από τη μεριά μας, συμφωνούμε απόλυτα με το γενικό αυτό συμπέρασμα, και θέλουμε να προσθέσουμε μια μικρή αλλά σημαντική λεπτομέρεια. Οι κυβερνήσεις, δεν έβαλλαν κατά του φόβου. Τουναντίον, τον εκμεταλλεύτηκαν. Αυτό που είπαν, δεν ήταν “μη φοβάστε”. Αυτό που είπαν ήταν: “Φοβηθείτε, αλλά εκχωρήστε τον φόβο σας σε εμάς. Συνεχίστε να κάνετε ακριβώς ό,τι κάνατε· βοηθείστε μας μόνο να συγκεντρώσουμε πληροφορίες για να πατάξουμε την τρομοκρατία. Μόνο το κράτος μπορεί να ξορκίσει τους φόβους σας, και μάλιστα μόνο εκείνο το κομμάτι του κράτους που είναι αδιαφανές ακόμα και στους ίδιους του τους πολίτες”.

Βρίσκοντας επομένως τους εαυτούς μας στη διασταύρωση του κρατικού και του κοινωνικού ρατσισμού αλλά και της πάσης φύσεως ιδεολογικής και επιχειρηματικής εκμετάλλευση των αφορμών για πόλεμο που δίνονται στα δυτικά κράτη (μας) και τις συνομοσπονδίες τους, παρατηρήσαμε (και μερικές φορές συμμετείχαμε αμήχανα) σε κινήσεις της αντίπερα όχθης. Όσον αφορά την Αγγλία τουλάχιστον, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα μαζικών κινητοποιήσεων ενάντια στον τωρινό πόλεμο είναι οι τελευταίες πρωτοβουλίες της οργάνωσης Stop the War Coalition, ενός αντιπολεμικού κινήματος με ευρεία απεύθυνση, το οποίο γεννήθηκε στον απόηχο των χτυπημάτων της εντεκάτης Σεπτεμβρίου του 2001. Όπως προδίδει πριν απ’ όλα το όνομά του, το κίνημα αυτό έχει αντιπολεμικές βλέψεις, προτάγματα δηλαδή τα οποία στη δεδομένη συγκυρία αντιστοιχούν στο μπλοκάρισμα της μπίζνας του πολέμου της συνομοσπονδίας των δυτικών κρατών. Παρ’ όλο που το πρόταγμα αυτό βρίσκεται σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις προκαταλήψεις μας σχετικά με το τι συνιστά ριζοσπαστική πολιτική δράση εντός των δυτικών κρατών του σήμερα από εγγεγραμμένους πολίτες τους, είναι, άνευ συμπληρωματικών αξόνων, και αρκετά ευρύ για να εγκολπώσει λόγο και δράση των οποίων τη ριζοσπαστικότητα έχουμε σοβαρούς λόγους να αμφισβητούμε. Όπως μπορεί να δει κανείς σε μια οποιαδήποτε τυχαία διαλογή φωτογραφιών από τη μεγαλύτερη σχετική κινητοποίηση που έλαβε χώρα στο Λονδίνο, οι αναφορές στο πόσο κακοί είναι οι τρομοκράτες και το κράτος τους, η αναγνώριση μιας κάποιας απειλής που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας που υπονοεί η προτροπή σε μια διαφορετική διαχείρισή της (είπαμε, αλλά όχι κι έτσι), όλα αυτά τα νοήματα και άλλα παραπλήσια δίνουν και παίρνουν μέσα στο πλήθος των αντιπολεμικών συλλαλητηρίων.

Η βασική μας ένσταση με όλα αυτά, δεν είναι η αναντιστοιχία τους με κάποια πλατωνική αλήθεια. Πράγματι, όπως αναλύσαμε και μόνοι μας παραπάνω το Ισλαμικό Κράτος (θέλει να) είναι και με το παραπάνω, κράτος. Ως εκ τούτου, αν πρέπει για κάποιο λόγο να απαντήσουμε στο ερώτημα του ποιά είναι η γνώμη μας για έναν οργανισμό που διενεργεί εκκαθαρίσεις ετεροτήτων, χτίζει εξουσιαστικές δομές και αναπτύσσεται παράλληλα και αρμονικά με το κεφαλαιϊκό του σκέλος, η απάντηση μας θα ήταν: “όχι και η καλύτερη”. Παρ’ όλα αυτά, και από τη στιγμή που βρισκόμαστε (εθελούσια ή όχι) καθηλωμένοι εδώ, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε πώς θα μπορούσε η αναγνώριση αυτού του συμπεράσματος, και πολύ περισσότερο η δημόσια και εικονογραφική του διατράνωση, να μην εγγραφεί στη νομιμοποίηση κάποιας όψης του ρατσιστικού συνεχούς που μας περιβάλλει. Ειδικά την τρέχουσα περίοδο, το ρατσιστικό αυτό συνεχές όχι μόνο βρίσκεται σε έξαρση, αλλά παράγει πολύ υλικά και άμεσα αποτελέσματα. Η Ευρώπη, συσχετίζοντας τους πρόσφυγες με την τρομοκρατία, προτιμά να δώσει το βάρος της διαχείρισής τους στον αγαπητό Σουλτάνο Ταγίπ, που με το αζημίωτο του ύψους των τριών δις αναλαμβάνει πρόθυμα να τους μαντρώσει σε ένα (ακόμα πιο) ολοκληρωτικό και κατασταλτικό κράτος, το οποίο μπορεί να ασκήσει πάνω σε πρόσφυγες και μετανάστες ακόμα πιο νομιμοποιημένα εκμετάλλευση και βία.

Επιστρέφοντας στο θέμα της κινηματικής στρατηγικής, όσα λέμε και κάνουμε εδώ φτάνουν στα αυτιά και στα μάτια της εξουσίας εδώ – μιας εξουσίας για την ακρίβεια της οποίας η επικοινωνιακή δεινότητα όσο και ο αδίστακτός της χαρακτήρας αυξάνονται εκθετικά όσο πιο βόρεια δείχνουν οι συντεταγμένες. Όπως έχει υποστηριχθεί και στο παρελθόν, η παντελής έλλειψη θετικής λειτουργίας οποιουδήποτε πράγματος πούμε για το Ισλαμικό Κράτος, καθιστά μάλλον το πράγμα αυτό περιττό, αν όχι αντιδραστικό. Αυτό συμβαίνει γιατί ακριβώς η συνθήκη εν κενώ δεν υπάρχει ποτέ, γιατί το πολιτικό και δημόσιο δεν είναι πλατωνικά σύμπαντα ιδεών, αλλά πεδία που διατρέχονται από πολλαπλές και αλληλοσυγκρουόμενες πρακτικές και εν πολλοίς μονόδρομες ροές εξουσίας, οι οποίες εξυπηρετούνται ή όχι από σχετικούς με αυτές λόγους (και πράξεις).

Εν τέλει και σε μία πρόταση, αν τόσο κόπτεται το δυτικό ριζοσπαστικό υποκείμενο να αντιταχθεί στο δαιμόνιο Ισλαμικό Κράτος, ας πάει να το πολεμήσει εκεί που μετράει. Από τη μεριά μας, δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τι νόημα έχει τόσο ταξίδι από τη στιγμή που έχουμε το ολοδικό μας κράτος – ζωή να ‘χει. Σε κάθε περίπτωση όμως και ενώ βρισκόμαστε εδώ και τώρα, πιστεύουμε πως δουλειά μας δεν είναι η αξιολόγηση της μοχθηρότητας οιουδήποτε κράτους σε μια αφαιρετική, οικουμενική κλίμακα ανθρωπιάς – νοηματικοί άξονες που διόλου τυχαία αποτελούν εξάλλου και στυλοβάτες της οικοδόμησης του εξουσιαστικού μηχανισμού της ανωτερότητας της Δύσης (όσο και της ίδιας της ομογενοποίησης της – αλλά αυτή είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία). Προτιμάμε να δανειστούμε μια σελίδα από το βιβλίο του συγκλονιστικότερου αντιπολεμικού κινήματος στη Δύση (και εν πολλοίς άγνωστου στην Ελλάδα), και να ισχυριστούμε πως δουλειά μας είναι να φέρουμε τον πόλεμο εντός συνόρων, να σαμποτάρουμε το ρατσιστικό όργιο της κοινωνίας και του κράτους της, να σαμποτάρουμε τον καταναλωτικό ζόφο που το κεφάλαιο έχει βαλθεί τόσο λυσσαλέα να προστατέψει – χειρονομία που θα έπρεπε να αποτελεί άλλωστε και τοπολογική αρχή εντοπισμού του τι θα έπρεπε να κάνουμε εμείς ανά πάσα στιγμή. Να φτιάξουμε καταλήψεις στέγασης μαζί με τους μετανάστες, να κατεβούμε στο δρόμο ενάντια στην ισλαμοφοβία, να εμποδίσουμε τις απελάσεις, να βρεθούμε στο πλευρό των αγώνων των ίδιων των μεταναστών. Να αυξήσουμε το κόστος του διακρατικού ρατσισμού, να μπλοκάρουμε τα τρένα, να ληστέψουμε τις άμαξες, να κόψουμε τις σιδεριές.

Ο πόλεμός τους είναι παντού. Ο εχθρός μας είναι εδώ.

Σημείωση: Η έρευνα πάνω στην οποία βασίστηκε αυτό το κείμενο όσο και τα συμπεράσματα που εξάγει είναι δριμεία περιορισμένα, τόσο από την απόστασή μας από τα συμβαίνοντα, όσο και από τη σχεδόν μηδενική πρότερή μας γνώση. Στο βαθμό που πιστεύουμε ότι οποιαδήποτε ριζοσπαστική ανάλυση των τεκταινομένων σε οποιοδήποτε συγκείμενο είναι αδύνατο να παραχθεί χωρίς την επίμονη εμπλοκή με αυτό το συγκείμενο, καταθέτουμε τα όσα γράφουμε με μεγάλη διστακτικότητα. Θεωρούμε εντούτοις, δεδομένης τόσο της απουσίας ριζοσπαστικού λόγου στο ελληνικό συγκείμενο όσο και της έντονης παρουσίας του αντίστοιχου συντηρητικού λόγου, πως το κείμενό μας μπορεί να παρέχει ένα σημείο αφετηρίας για να σκεφτούμε με ριζοσπαστικό προσανατολισμό όσα γεγονότα χτυπούν επιτακτικά την πόρτα μας. Το τελευταίο γεγονός εξάλλου – το ότι αυτά τα γεγονότα μας αφορούν άμεσα είναι κάτι που προσπαθήσαμε να περιγράψουμε, όσο και ο λόγος για να τα σκεφτούμε.

Advertisements
Κανε με κρατος, να σε κανω προφητη

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s