Οι φιλοι μου και εγω στην Μπιεναλε (και αλλα τερατα)

Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισήγηση στην εκδήλωση του TWIXTlab σχετικά με την τέχνη και τους θεσμούς. Αφορά την συμμετοχή μου στην και την πρόωρη αποχώρησή μου από την αθηναϊκή Μπιενάλε του 2013 (AGORA).

Κυρίως λόγω των πολιτικών μου καταβολών, εκείνο που με τράβηξε αρχικά στην πρόταση των ΦΥΤΑ το μακρινό 2013 ήταν η δημιουργία μιας οριζόντιας ομάδας για τη συμμετοχή στην έκθεση, σε αντιπαραβολή με το παραδοσιακό μοντέλο των πολλών μεμονωμένων καλλιτεχνών που βρίσκονται συχνά και σε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Πέρα όμως από τη μορφή-ομάδα, θελκτικός ήταν και ο προσανατολισμός του καλλιτεχνικού περιεχομένου των ΦΥΤΑ, ο οποίος χαρακτήρισε και το εγχείρημά μας εντός της Μπιενάλε συνολικά. Όπως διαβάζουμε στις επιτηδευμένα υπερβολικές και αντιφατικές αυτοπαρουσιάσεις τους, τα ΦΥΤΑ αποτελούν ένα ‘ηχοκειμενικό’ περφόρμανς ντουέτο που αποσκοπεί στην επανα-νοηματοδότηση της εγχώριας ριζοσπαστικής τέχνης, όπως και στην ολοκληρωτική καταστροφή της ελληνικής παράδοσης και της ελληνικότητας εντός αυτής. Η αισθητική τους είναι άκρως δυσλεκτική, αυτοκαταναλούμενη και ναρκισσιστική, καθώς και αποδομητική των παραδοσιακών κανόνων σύνταξης και γραμματικής, και της αρρενωπής σοβαρότητας που αυτοί εκπέμπουν. Φιλοδοξεί να διαπραγματευτεί εκείνα τα στοιχεία της ανθρώπινης προσωπικότητας που δεν ταιριάζουν σε ένα ιδεατό ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα όχι με τρόπο ηθικολογικό, μέσω της αποκήρυξης και της αποπομπής τους, αλλά φέρνοντάς τα συνεχώς στο προσκήνιο και υποθέτοντας ότι η Ζιζεκική υπερταύτιση με αυτά έχει τελικά αποδυναμωτική επίδραση πάνω τους. Κύριους στόχους των ΦΥΤΑ αποτελούν μεταξύ άλλων η φυσικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, το μοντέλο του λευκού άνδρα καλλιτέχνη που βολιδοσκοπεί οικουμενικά την τέχνη και λόγω αυτού παράγει αριστουργήματα αναφορικά με την ανθρώπινη κατάσταση, ο εθνικισμός και διάφορα συμπαρομαρτούντα σημαίνοντά του, όπως τα Ελγίνεια μάρμαρα και το αδαμάντινο ελληνικό DNA. Σε ευθύ συγχρωτισμό με τα παραπάνω, το δικό μου έργο στη Μπιενάλε συγκεκριμένα ονομαζόταν «οι εκατό χειρότεροι έλληνες όλου του κόσμου», και «αποδείκνυε» με επιστημονικές/ποσοτικές μεθόδους πως άνθρωποι όπως ο Πλάτωνας, ο Ελύτης και ο Σαββόπουλος αποτελούν τον απόπατο της παγκόσμιας διανόησης.

Εκτός από την ιδεολογική ταύτιση, η συμπάθεια μου προς τα ΦΥΤΑ προέκυπτε και από μια ανάγκη διαφυγής από την ελληνική αντικουλτούρα όπως πατροπαράδοτα εκφράζεται κάτω από τη στέγη του αντιεξουσιαστικού κινήματος. Η αντικουλτούρα αυτή, θα πρέπει δυστυχώς να διαπιστώσω εδώ, είναι κατά πλειοψηφία αποικισμένη από μια σοβαρή και αρρενωπή αισθητική η οποία την καθιστά, ιδιαίτερα στην κατ’ επανάληψη κατανάλωσή της, αδρανή και βαρετή. Αν εξετάσουμε για παράδειγμα τη μουσική, το κατ’ εξοχήν πεδίο πολιτιστικής παραγωγής του κινήματος (κυρίως πανκ και χιπ χοπ), θα δούμε ότι τα περισσότερα κομμάτια αποτελούν μια βλοσυρή αποθέωση των χαρακτηριστικών του αρραγούς επαναστατικού υποκειμένου, το οποίο σκιαγραφείται φυσικά ως ένας άνδρας στην τρίτη δεκαετία της ζωής του και κατά κανόνα εν μέσω συγκρούσεων με τους μπάτσους. Κανένας αναστοχασμός, κανένας αυτοσαρκασμός, καμία διαπραγμάτευση του εαυτού, καμία ιδιαίτερη ευαισθησία και από ένα σημείο και έπειτα καμία ιδιαίτερη φαντασία δεν έχουν θέση στην ελληνική τέχνη των ριζοσπαστικών κύκλων. Εξαιρέσεις  υπάρχουν φυσικά, και τις αποτελούν κάποιες μπάντες όπως οι ΟΡΑ ΜΗΔΕΝ, οι ΣΤΡΕΣΣ, και κάποιες πρόσφατες queer youth πανκ μπάντες, αλλά ο κανόνας είναι πάνω-κάτω ο παραπάνω.

Υπό το φως αυτό η θεματολογία των ΦΥΤΑ και ο τρόπος με τον οποίον την εξέφραζαν αποτελούσαν μια δροσερή ανάσα στο ελληνικό τοπίο, η οποία ταίριαζε μεταξύ άλλων και με τις πιο στενά πολιτικές μου συμπάθειες. Κάποιες πιο φουκωικές-μπατλεριανές αναγνώσεις της εξουσίας που δεν εξαντλούνταν στον κλασικό μαρξισμό και στη σύνταξη με τον λαό ενάντια στο οικονομικό σύστημα με έβρισκαν από καιρό απόλυτα σύμφωνο και λόγω του πολιτικού κλίματος της εποχής. Από το 2004 και τα αντιαλβανικά πογκρόμ στην Ομόνοια, μέχρι την εθνικιστική αποκορύφωση του παραληρήματος των Αγανακτισμένων, μου ήταν ξεκάθαρο πως η κλασική αναρχική γραμμή που αφορά μόνο τον ταξικό αγώνα στο πλευρό του ομοιογενούς και αδιατάρακτου λαού και αντιτίθεται μόνο στο κράτος και το κεφάλαιο άφηνε σημαντικά υπόλοιπα εξουσίας αδιαπραγμάτευτα. Τα ΦΥΤΑ αποτελούσαν μια κάποια πολιτιστική πραγμάτωση αυτών των πολιτικών προβληματισμών: ήταν DIY, ήταν queer, είχαν ενδιαφέρον, μιλούσαν εκτός από τον αντίπαλο και για εμάς, και παρόλο που οι λέξεις τους δεν ήταν εξίσου κολακευτικές, μου ήταν πιο οικείες.

Στον αντίποδα, και αρκετά αναμενόμενα, η συμμετοχή στην Μπιενάλε έκρουσε μια σειρά από καμπανάκια ιδεολογικής καθαρότητας και πολιτικής ορθότητας. Τι δουλειά είχα εγώ ως αναρχικός, εμείς ως κάποιου τύπου αντιεξουσιαστές εντός ενός θεσμού που αντιμετωπίζεται με επικουρική διάθεση από την Ευρωπαϊκή Ένωση-φρούριο και τον δήμο Αθηναίων, τον ίδιο που συλλαμβάνει μετανάστες μικροπωλητές και τους στέλνει στα κέντρα κράτησης και κατεδάφισε την ιστορική κατάληψη Βίλα Αμαλίας για να την μετατρέψει σε μαυσωλείο; Τι δουλειά είχαμε στο Παλιό Χρηματιστήριο Αθηνών, υπό την αιγίδα διάφορων μαικήνων της τέχνης στην καθεστωτική της έκφραση, ανάμεσα σε διάφορους αφασικούς που θα παρήλαυναν ανάμεσα στα έργα μας κρατώντας ανά χείρας κολονάτα ποτήρια και ανά προσώπου συγκατανευτικά χαμόγελα; Απολύτως καμία, ίσως να ήταν μια απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Παρ’ όλα αυτά, εμείς προσπαθήσαμε τότε να βρούμε απαντήσεις και σκεφτήκαμε ορισμένα πράγματα, σωστά ή λάθος, πειστικά ή όχι, δίνοντας απλά μια επίφαση στη ματαιοδοξία μας ή κάνοντας κάτι παραπάνω. Το σημείο εκκίνησής μας ήταν ότι η απόλυτη ιδεολογική καθαρότητα είναι κάτι το de facto αδύνατον, ειδικά από τη στιγμή που θέλει κανείς να καταπιαστεί με φόρμες και περιεχόμενα που να ξεφεύγουν από το περιορισμένο καλούπι της τέχνης έτσι όπως στεγάζεται στους αντιεξουσιαστικούς DIY χώρους εγχώρια. Όσον αφορά τώρα την τοποθέτηση του ορίου «ακαθαρσίας» που προκύπτει από αυτή τη διαπίστωση, παρατηρήσαμε ότι αυτό τείνει να είναι πολύ πιο αυστηρό σε περιπτώσεις που αφορούν την τέχνη και την αυτό-έκφραση, και πολύ χαλαρότερο σε περιπτώσεις που αφορούν την εργασία ή ακόμα και την καριέρα. Πάρτε για παράδειγμα διάφορους ανθρώπους του κινήματος που εργάζονται σε διάφορα εκπαιδευτικά ή ακαδημαϊκά πόστα. Οι θέσεις αυτές περιλαμβάνουν εξ ορισμού την εμπλοκή με διάφορες εξουσιαστικές πρακτικές όπως είναι η πειθάρχηση συγκεκριμένων υποκειμένων σε διάφορα συμπεριφορικά μοτίβα, αλλά και η βαθμολόγηση της ανθρώπινης δημιουργίας (όπως συμβαίνει λ.χ. με τα γραπτά). Παρ’ όλα αυτά, και ενώ είναι καθ’ όλα εφικτό το να επιλέξει κανείς μια κακοπληρωμένη δουλειά στον λεγόμενο τελευταίο κρίκο της εργασιακής αλυσίδας και τα ελάχιστα νομιμοποιητικά της εξουσίας στοιχεία που αυτή ενέχει, η παραδεδομένη αντίληψη του κινήματος δεν είναι ότι π.χ. μια δασκάλα θα πρέπει να γίνει εργάτρια κονσέρβας για να μην συμμετέχει στη διαδικασία διαπαιδαγώγησης των ανηλίκων με τρόπο συγκεκριμένα οριοθετημένο από το Υπουργείο Παιδείας. Αυτό συμβαίνει μάλλον για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί υπάρχει η ρητή ή άρρητη πεποίθηση ότι κάποιες θέσεις στον ενδιάμεσο χώρο του προλετάριου εργάτη και του μπάτσου έχουν ή μπορεί να έχουν και «καλή» λειτουργία για τη μετάβαση που επιθυμεί να φέρει ένα ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα (βλ. ο δάσκαλος, ο δάσκαλος, αυτός ο σαρδανάπαλος). Δεύτερον, λόγω μιας πεποίθησης ότι οι άνθρωποι «δικαιούνται» με κάποιον τρόπο να υποφέρουν λιγότερο, κάνοντας πράγματα που τους γεμίζουν περισσότερο, ακόμα και αν αυτά δεν εγγράφονται εξ ολοκλήρου σε ένα ριζοσπαστικό παράδειγμα. Η τελευταία αυτή πεποίθηση παραμένει συνήθως άρρητη εντός των ριζοσπαστικών κύκλων, κυρίως νομίζω για να διατηρείται η σταλινικής καταβολής φαντασίωση του διαχωρισμού των πραγμάτων σε απολύτως καλά και απολύτως κακά, ώστε να διατηρείται για «εμάς» ο ρόλος της επιτέλεσης των πρώτων.

Το βασικό βέβαια ερώτημα εδώ είναι το αν δικαιούμαστε να μεταφέρουμε αυτά τα επιχειρήματα από την εργασία στην τέχνη. Εδώ νομίζω πως μπορεί να δοθεί μόνο μια αξιωματική-αξιακή απάντηση, και η δική μου είναι ότι η ανάγκη για αυτοέκφραση δεν αξιολογείται ως λιγότερο σημαντική από την ανάγκη για μια πιο ικανοποιητική εργασία σε σχέση μια λιγότερο ικανοποιητική, και λιγότερο εξουσιαστική. Το να θέλω να είμαι καθηγητής αντί για εργάτης δεν νομίζω ότι είναι πιο ηθικά νόμιμο από το να θέλω να εκφράζομαι σε σχέση με το να μην εκφράζομαι. Από εκεί και πέρα, μια μεγάλης σημασίας μεταβλητή σε αυτή την εξίσωση είναι το ποιες συγκεκριμένες εκπτώσεις κάνω. Ορμώμενοι από την προσωπική μας ματαιοδοξία, αποφασίσαμε τότε πως το (μάλλον ελάχιστο) ποσοστό νομιμοποίησης που παρείχαμε στον Δήμο Αθηναίων και την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν σημαντικό σε σχέση με τα αναβαθμισμένα μέσα και το ευρύτερο κοινό που θα απολαμβάναμε. Ειδικά από τη στιγμή που δε θα είχαμε κάποιο οικονομικό κέρδος από το όλο  εγχείρημα, ήμασταν διατεθειμένες και διατεθειμένοι να επωμιστούμε την αμηχανία της θέσης μας και την – για βασικούς λόγους αξιοπρέπειας – μη παρουσίαση του εγχειρήματος ως κινηματική/ριζοσπαστική δράση. Παρ’ όλα αυτά, εκ των υστέρων δεν θεωρώ ότι οι – σκανδαλώδεις για ‘μας – εκπτώσεις που κάναμε τότε ευοδώθηκαν. Αυτό γιατί δεν καταφέραμε ουσιαστικά να επικοινωνήσουμε τη δημιουργία μας σε πολύ περισσότερα μάτια και αυτιά απ’ ότι δρώντας σε έναν δικό μας χώρο. Δεν καταφέραμε ούτε να ενοχλήσουμε, ούτε να εξοργίσουμε, ούτε να γίνουμε πρώτο θέμα στις καλλιτεχνικές ειδήσεις. Πρόκειται για τη γνωστή παραπλάνηση του εαυτού που βρίσκεται στα άκρα: όπως οι αναρχικοί μάταια φαντασιώνονται ότι θα φτάσουν επιτέλους τα αυτιά της κοινωνίας αν αλλάξουν πέντε πολυσύλλαβες λέξεις στα κείμενά τους, έτσι κι εμείς φαντασιωνόμασταν ότι η τέχνη μας, με την αλλόκοτη μορφή και περιεχόμενό της, θα προσέγγιζε περισσότερους φίλους και εχθρούς αν τοποθετούνταν στην κεντρική σκηνή της Μπιενάλε.

Η μαύρη αλήθεια ήταν φυσικά πως τους λίγους φίλους τους είχαμε ήδη βρει, και για τους εχθρούς παραήμασταν ανοίκειοι για να προκαλέσουμε σημαντική ενόχληση. Όπως βλέπουμε και με το παράδειγμα της Documenta που τόσο ενοχλεί τη δεξιά παρά την αντιδραστικότητα και τον εθνικισμό της, για να υπεισέλθει κανείς στην κυρίαρχη διαλεκτική πρέπει να ακολουθήσει και τους κανόνες της: όσον αφορά εμάς, θα έπρεπε να αλλάξουμε τόσο πολύ που να είμαστε ολότελα κάποιο άλλοι, όχι απλά να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Αυτό που ενοχλεί τους κακούς είναι ο αριστερός λαϊκισμός, όχι μια εννοιολογική, δυσλεκτική, messthetics προσέγγιση στην τέχνη που βάζει στο στόχαστρο κυρίως τον αριστερό ή εναλλακτικό εθνικισμό. Από την άποψη λοιπόν αυτών που απαιτούνταν για να δημιουργήσουμε μια πολιτιστική τομή με ευρεία απήχηση στα συμβαίνοντα της πόλης, το εγχείρημά μας ήταν θεωρώ εξ αρχής καταδικασμένο.

Περνώντας τώρα στα της αποχώρησής μου, αυτήν την αποφάσισα όταν, λίγο πριν τα εγκαίνια της έκθεσης, ένας φίλος έστρεψε την προσοχή μου στη δουλειά ενός συγκεκριμένου Δανού καλλιτέχνη, του Thierry Geoffroy (γνωστού και ως Colonel). Κύρια απασχόληση του Colonel αποτελεί η έρευνα της διεμπλοκής των Μπιενάλε ανά τον κόσμο με τα σχέδια εξευγενισμού των μητροπόλεων, μεταξύ άλλων και της αθηναϊκής Μπιενάλε του 2011. Τότε, ο Geoffroy είχε πάρει συνεντεύξεις από τους παροικούντες την πλατεία Θεάτρου παρανομοποιημένους μετανάστες, οι οποίοι κατήγγειλαν κυνήγια διαρκείας των ομοεθνών τους από τους μπάτσους, πριν και κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της έκθεσης. Παρ’ όλο που έτσι εκπεφρασμένος, αυτός ο λόγος ακούγεται μάλλον πειστικός λόγος αποχώρησης, θα ήθελα να παραδεχτώ ειλικρινά πως στάθηκε περισσότερο αφορμή για την απεμπλοκή από τις προσωπικές μου αντιφάσεις, παρά ένα ακλόνητο επιχείρημα και μια ουσιώδης αιτία. Ο πρώτος, πιο θεωρητικός λόγος για αυτό είναι ότι η κριτική της ανάπλασης που φτάνει εδώ αυτούσια μεταφρασμένη από τα αγγλικά πανεπιστήμια δεν λαμβάνει υπόψη τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες της Αθήνας, οι οποίες επιτάσσουν μια ανάλυση ιδιαίτερα προσαρμοσμένη στα δεδομένα της πόλης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα γκέι μπαρ: σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπως το Βερολίνο και το Λονδίνο τα γκέι μπαρ αποτελούν πράγματι, και λόγω ευρείας αγοράς αλλά και λόγω μειωμένης σε σχέση με την Αθήνα ομοφοβίας, πόλο που είναι ικανός να αναμορφώσει ολόκληρες περιοχές και να εκδιώξει τα κατώτερα στρώματα. Από την άλλη, όποιος πιστεύει ότι τα γκέι μπαρ έφεραν την ανάπλαση στο Γκάζι και όχι, λ.χ., το μετρό, οι συνεργατικές κολεκτίβες και το σχετικό κοινωνικό τους κεφάλαιο πλανάται βολική πλάνη οικτρά. Στο ίδιο μοτίβο, το ότι οι γενικά ευρωπαϊκές Μπιενάλε φέρνουν μαζί τους ένα κύμα ανάπλασης δεν σημαίνει ότι αυτό συμβαίνει και εδώ. Η αθηναϊκή Μπιενάλε αποτελεί μια εταιρία με βασικά δύο μετόχους που, απ’ όσο είδα εγώ, λόγω και της έλλειψης κεφαλαίων, και της έλλειψης διασυνδέσεων αλλά και της οργανωτικής της ανικανότητας αδυνατεί να κινητοποιήσει την παραμικρή διαδικασία ανάπλασης και εκκαθάρισης, πόσο δε μάλλον επιχειρήσεις μεγάλου δυναμικού και δυσκολίας όπως οι επιχειρήσεις-σκούπα. Ο δεύτερος, πιο απτός και συγκεκριμένος λόγος ξεκινά από το ίδιο το καλλιτεχνικό branding του Colonel, που είναι ακριβώς η ενασχόλησή του με το ζήτημα της ανάπλασης. Αυτό δεν είναι κακό από μόνο του, κακό όμως είναι το ότι, όπως θα διαπιστώσει και όποιος κάνει τον κόπο να παρακολουθήσει όντως τα βίντεό του για την Αθήνα, ο ίδιος «φοράει» το θεωρητικό του πλαίσιο στα συμβαίνοντα με κατά τι μεγαλύτερη βία και από τη μεταμοντέρνα επιτρεπόμενη. Συγκεκριμένα, οι ερωτήσεις που απευθύνει ο Colonel στους μετανάστες παραείναι γενικές, οι ίδιοι μιλούν για την γενικότερη αστυνομική βία που δέχονται καθημερινά στους δρόμους, αλλά ποτέ δεν γίνεται κάποια ευθεία σύνδεση με την Μπιενάλε συγκεκριμένα ή με κάποια αύξηση των επιχειρήσεων-σκούπα στην περιοχή η οποία να συμπέφτει με την ευρύτερη περίοδό της, παρά μόνο όταν ο Colonel καμουφλάρει αυτή τη θέση μέσα στην ίδια την ερώτηση.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Κατ’ αρχάς δεν σημαίνουν ότι η Μπιενάλε δεν είχε κάποια σχέση με τις εκκαθαρίσεις. Η επί της αρχής διαφορετική διαδικασία της ανάπλασης όπως αυτή συμβαίνει στην Αθήνα, η δική μου ανεκδοτολογική εμπειρία της Μπιενάλε και το μη άριστο συνεντευξιακό ήθος του Colonel δεν αποτελούν καταληκτικά επιχειρήματα περί του αντιθέτου της σύνδεσης. Ακόμα όμως και αν απορρίψουμε την άμεση σύνδεση, προκύπτει το ερώτημα του ποια ευθύνη φέρει η αθηναϊκή Μπιενάλε ως θεσμός που κατ’ όνομα τουλάχιστον δικτυώνεται με τους υπόλοιπους της Ευρώπης, όταν αυτοί οι υπόλοιποι θεσμοί είναι κατά τεκμήριο συνδεδεμένοι με την ανάπλαση. Όπως και να ‘χει, για ‘μένα οι πληροφορίες αυτές έστω και με τη μορφή υποψίας μαζί με τις προϋπάρχουσες αντιφάσεις ήταν ικανές να με σπρώξουν στην άλλη μεριά. Αφότου πρότεινα μια ομαδική αποχώρηση από την έκθεση με κείμενο και αφίσα η οποία δεν έγινε δεκτή, αποχώρησα με μεγάλο ψυχικό κόστος, το οποίο αφορούσε κυρίως τη σχετική σύγκρουση με πολύ κοντινά μου άτομα. Άφησα το έργο μου εκεί και δεν επισκέφτηκα την έκθεση στη διάρκεια της κανονικής λειτουργίας της, ούτε και ξαναμίλησα για αρκετό καιρό με πολλούς από τους συμμετέχοντες. Νομίζω πως αυτό το τελευταίο τραύμα που δεν έχει επουλωθεί ολοκληρωτικά έκτοτε, ή πιο συγκεκριμένα ο αναστοχασμός πάνω σε αυτό και η διαπραγμάτευσή του, είναι και ένας από τους λόγους που βρίσκομαι σήμερα εδώ. Κατά τα λοιπά, το αν η απόφαση της αποχώρησης ήταν σωστή, το αν οι δομικές προβληματικές θα έπρεπε εξ αρχής να μας έχουν αποτρέψει από το να συμμετάσχουμε, το αν μια τέχνη έτσι όπως την οραματιζόμαστε είναι εφικτή εντός της Μπιενάλε και ποια η σχέση της τελευταίας με την εγχώρια ανάπλαση πιστεύω πως θα αποτελέσουν ενδιαφέροντα ζητήματα συζήτησης για σήμερα.

Ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Advertisements
Οι φιλοι μου και εγω στην Μπιεναλε (και αλλα τερατα)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s